Γράφει η Ελισσάβετ Γιαννοπούλου
Παιδοψυχολόγος, Msc Child and Adolescent Mental Health
«Μα πρέπει το παιδί να μάθει την αλήθεια».
Ποια αλήθεια όμως; Την αλήθεια της μαμάς; Την αλήθεια του μπαμπά; Την αλήθεια του ανθρώπου που πληγώθηκε, εκείνου που έφυγε, εκείνου που έμεινε; Και κυρίως: τι μπορεί να κάνει ένα παιδί με μια αλήθεια ενηλίκων που δεν έχει ακόμη τη συναισθηματική ωριμότητα να επεξεργαστεί;
Στα συγκρουσιακά διαζύγια ακούμε συχνά φράσεις όπως:
«Εγώ δεν μιλάω ποτέ άσχημα για τον άλλο γονιό.»
«Όταν επιστρέφει από το άλλο σπίτι, είναι αναστατωμένο. Κάτι συμβαίνει εκεί.»
«Δεν το φροντίζει όπως εγώ.»
«Δεν θέλω να το βάλω στη μέση. Θέλω απλώς να ξέρει τι πραγματικά έχει συμβεί.»
Πίσω από αυτές τις φράσεις συνήθως δεν υπάρχει ένας «κακός γονιός». Υπάρχει ένας πληγωμένος, θυμωμένος, φοβισμένος ή εξαντλημένος ενήλικας που ταυτόχρονα προσπαθεί να συνεχίσει να είναι γονιός.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα σημεία ενός χωρισμού: να καταφέρεις να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο που σε πλήγωσε ως σύντροφο από τον άνθρωπο που το παιδί σου εξακολουθεί να χρειάζεται να βιώνει ως γονέα.
Όταν ένας χωρισμός που ξεκίνησε ήρεμα μετατρέπεται σε πόλεμο
Ένα διαζύγιο αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στη ζωή ενός παιδιού, αλλά δεν είναι από μόνο του καταδικασμένο να γίνει τραυματική εμπειρία.
Τα παιδιά μπορούν να προσαρμοστούν σε δύο σπίτια, διαφορετικές ρουτίνες και μια καινούργια οικογενειακή πραγματικότητα, όταν εξακολουθούν να έχουν σταθερότητα, προβλεψιμότητα, συναισθηματική ασφάλεια και διαθέσιμους γονείς.
Αυτό που επιβαρύνει ιδιαίτερα ένα παιδί είναι η χρόνια, έντονη και ανεπίλυτη σύγκρουση ανάμεσα στους γονείς και κυρίως η εμπλοκή του μέσα σε αυτήν.
Και πολλές φορές κανείς δεν ξεκινά με αυτή την πρόθεση. Δύο άνθρωποι μπορεί αρχικά να πιστεύουν πραγματικά ότι «θα χωρίσουμε πολιτισμένα». Στην πορεία όμως μπορεί να εμφανιστούν οικονομικές διαφωνίες, διαφωνίες για τον χρόνο με το παιδί, διαφορετικοί κανόνες στα δύο σπίτια, νέοι σύντροφοι, δικαστικές διαδικασίες ή φόβος ότι ο άλλος γονέας αποκτά μεγαλύτερη επιρροή.
Παράλληλα ενεργοποιούνται βαθύτερα συναισθήματα: εγκατάλειψη, απόρριψη, προδοσία, αδικία, απώλεια ελέγχου, φόβος ότι «θα χάσω το παιδί μου». Έτσι, μια σύγκρουση που ξεκίνησε ανάμεσα σε δύο συντρόφους μπορεί σταδιακά να μεταφερθεί στο πεδίο της γονεϊκότητας.
Ο άλλος δεν είναι πια απλώς ο πρώην σύντροφος. Γίνεται «ο γονιός που δεν προσέχει αρκετά», «που δεν βάζει όρια», «που το κακομαθαίνει», «που το επηρεάζει», «που δεν ξέρει τι χρειάζεται το παιδί».
Και το παιδί βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στις δύο αυτές αφηγήσεις.
«Εγώ δεν μιλάω άσχημα για τον άλλο γονιό»
Μπορεί πράγματι να μη μιλάς. Τα παιδιά όμως δεν ακούν μόνο τις λέξεις.
Βλέπουν το βλέμμα σου όταν αναφέρουν το όνομα του άλλου γονέα. Την αλλαγή στον τόνο της φωνής. Το σφίξιμο στο πρόσωπο. Τη σιωπή. Τον αναστεναγμό. Βλέπουν αν χαμογελάς όταν επιστρέφουν χαρούμενα από το άλλο σπίτι ή αν το πρόσωπό σου σκοτεινιάζει.
Και τότε αρχίζουν να προσαρμόζονται.
Μπορεί να πάψουν να λένε πόσο όμορφα πέρασαν με τον μπαμπά για να μη στενοχωρήσουν τη μαμά. Ή να κρύβουν ότι τους έλειψε η μαμά όταν βρίσκονται με τον μπαμπά.
Το παιδί μαθαίνει να διαβάζει το συναισθηματικό δωμάτιο πριν μιλήσει.
«Μπορώ να το πω αυτό εδώ;»
«Θα στενοχωρηθεί;»
«Μήπως νομίσει ότι αγαπάω περισσότερο τον άλλον;»
Κάπως έτσι γεννιέται η σύγκρουση αφοσίωσης.
Και το παιδί μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι για να προστατεύσει τη σχέση του με τον έναν γονέα πρέπει να κρύψει ένα κομμάτι της σχέσης του με τον άλλο.
«Όταν επιστρέφει από το άλλο σπίτι είναι αναστατωμένο»
Μπορεί πράγματι να είναι. Αυτό όμως δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι κάτι κακό συμβαίνει στο άλλο σπίτι.
Οι μεταβάσεις είναι δύσκολες για πολλά παιδιά. Ένα παιδί αφήνει έναν γονέα και επιστρέφει στον άλλο. Αλλάζει χώρο, ρυθμό, κανόνες και συναισθηματικό πλαίσιο. Μπορεί να του λείπει αυτός που μόλις άφησε και ταυτόχρονα να χαίρεται που βλέπει εκείνον στον οποίο επιστρέφει. Αυτά τα δύο συναισθήματα μπορούν να υπάρχουν μαζί.
Αν όμως κάθε επιστροφή μετατρέπεται σε διερεύνηση — «Τι έγινε;», «Σου είπε κάτι;», «Γιατί είσαι έτσι;» — υπάρχει ο κίνδυνος το παιδί να αρχίσει να αντιλαμβάνεται ακόμη και τη φυσιολογική δυσκολία της μετάβασης ως ένδειξη ότι «κάτι δεν πάει καλά εκεί».
«Δεν το φροντίζει όπως εγώ»
Πιθανότατα όχι. Γιατί δεν είναι εσύ.
Δύο γονείς μπορούν να αγαπούν το ίδιο παιδί και να το φροντίζουν διαφορετικά. Διαφορετικό φαγητό, διαφορετικές ώρες, διαφορετική ανοχή στην ακαταστασία, διαφορετικοί κανόνες. Το διαφορετικό δεν σημαίνει αυτομάτως ανεπαρκές.
Υπάρχουν ασφαλώς περιπτώσεις πραγματικής παραμέλησης, κακοποίησης ή κινδύνου, οι οποίες χρειάζονται εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Όμως όταν δεν υπάρχει ζήτημα ασφάλειας, το παιδί μπορεί να ωφεληθεί από το δικαίωμα να δημιουργήσει τη δική του σχέση με κάθε γονέα, χωρίς να χρειάζεται ο ένας να εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται ο άλλος μαζί του.
Τι συμβαίνει μέσα στο παιδί — και τι μπορεί να μείνει αργότερα
Το παιδί που βρίσκεται για μεγάλο διάστημα ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενους γονείς μπορεί να εμφανίσει άγχος, θυμό, δυσκολίες ύπνου και συγκέντρωσης, πόνους στην κοιλιά ή στο κεφάλι, σχολικές δυσκολίες, απόσυρση ή αλλαγές στη συμπεριφορά.
Υπάρχει όμως και ένα λιγότερο ορατό επίπεδο: Τι μαθαίνει αυτό το παιδί για τις σχέσεις;
- Αν μεγαλώνει προσπαθώντας συνεχώς να καταλάβει τη διάθεση των ενηλίκων, μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων. Να παρατηρεί διαρκώς πρόσωπα, τόνους και διαθέσεις. Να προσπαθεί να προλαβαίνει συγκρούσεις.
- Αν αισθάνεται υπεύθυνο για την ψυχική κατάσταση ενός γονέα, μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται να βάζει όρια ή να αισθάνεται ότι είναι δική του δουλειά να κρατά τους ανθρώπους που αγαπά ευχαριστημένους.
- Αν η αγάπη προς τον έναν γονέα βιώνεται ως προδοσία προς τον άλλο, μπορεί να μάθει ότι η εγγύτητα έχει κόστος.
- Και αν επί χρόνια ακούει ότι ένας άνθρωπος που αγαπά είναι αναξιόπιστος, επικίνδυνος ή «κακός», ενώ η δική του εμπειρία δεν συμφωνεί πάντα με αυτή την εικόνα, μπορεί να αρχίσει να δυσπιστεί ακόμη και απέναντι στα δικά του συναισθήματα και στις δικές του αντιλήψεις.
Αυτές δεν είναι αναπόφευκτες συνέπειες. Ούτε σημαίνει ότι κάθε παιδί χωρισμένων γονέων θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στις μελλοντικές του σχέσεις. Σημαίνει όμως ότι οι πρώτες μας σημαντικές σχέσεις αποτελούν ένα από τα πλαίσια μέσα στα οποία μαθαίνουμε τι σημαίνει εμπιστεύομαι, συνδέομαι, διαφωνώ, απομακρύνομαι και επιστρέφω.
Και υπάρχει ακόμη μια μακροπρόθεσμη συνέπεια που συχνά ξεχνάμε: η ίδια η σχέση του παιδιού με τους γονείς του.
Το παιδί μεγαλώνει. Και κάποια στιγμή μπορεί να κοιτάξει πίσω και να καταλάβει ότι χρησιμοποιήθηκε ως αγγελιοφόρος. Ότι έπρεπε να κρατά μυστικά. Ότι κουβαλούσε πληροφορίες που δεν του αναλογούσαν. Ότι αισθανόταν ενοχές κάθε φορά που αγαπούσε ελεύθερα τον άλλο γονέα.
Και τότε η σχέση με τον γονέα που κάποτε προσπαθούσε τόσο πολύ να προστατεύσει μπορεί να γεμίσει θυμό, απόσταση ή πικρία.
Πώς προστατεύουμε το παιδί
- Κρατάμε την αλήθεια των ενηλίκων στους ενήλικες. Το παιδί δικαιούται αλήθεια κατάλληλη για την ηλικία του — όχι όλες τις λεπτομέρειες της συζυγικής ιστορίας.
- Του επιτρέπουμε να αγαπά ελεύθερα και τους δύο. «Χαίρομαι που πέρασες όμορφα με τον μπαμπά σου» ή «Καταλαβαίνω ότι σου λείπει η μαμά» είναι πολύ πιο σημαντικές φράσεις απ’ όσο φαίνονται.
- Δεν ανακρίνουμε. Ακούμε. Αν το παιδί θέλει να μοιραστεί κάτι, είμαστε διαθέσιμοι. Δεν ψάχνουμε όμως μέσα στα λόγια του στοιχεία που θα επιβεβαιώσουν όσα ήδη πιστεύουμε για τον άλλο γονέα.
- Δεν το κάνουμε αγγελιοφόρο, δικαστή ή παρηγορητή. Τα οικονομικά, νομικά και συντροφικά ζητήματα ανήκουν στους ενήλικες.
- Κοιτάζουμε και τον εαυτό μας. Όχι μόνο «τι είπα;», αλλά «τι επικοινώνησα;». Τι είπε το πρόσωπό μου; Ο τόνος μου; Η σιωπή μου;
Το παιδί δεν χρειάζεται να μάθει ποιος κέρδισε
Ίσως αυτό να είναι το δυσκολότερο κομμάτι ενός συγκρουσιακού διαζυγίου: Να αποδεχτεί ένας γονιός ότι μπορεί να έχει πληγωθεί πραγματικά και παρ’ όλα αυτά να χρειάζεται να προστατεύσει το παιδί από το βάρος αυτής της πληγής.
Να έχει τη δική του αλήθεια χωρίς να ζητά από το παιδί να την κουβαλήσει. Να μπορεί να πει: «Η σχέση μου με τον άλλο γονέα είναι δική μου ιστορία. Η δική σου σχέση μαζί του είναι δική σου».
Όταν η σύγκρουση έχει αποκτήσει τέτοια ένταση ώστε αυτό να μοιάζει αδύνατο, η συμβουλευτική γονέων, η οικογενειακή συμβουλευτική ή η ψυχολογική υποστήριξη μπορούν να δημιουργήσουν έναν ασφαλέστερο χώρο για την οικογένεια.
Όχι απαραίτητα για να συμφωνήσουν οι δύο πρώην σύντροφοι, αλλά για να μπορέσουν να ξαναδούν το παιδί που βρίσκεται ανάμεσά τους. Γιατί το παιδί:
Δεν χρειάζεται να αποφασίσει ποιος λέει την αλήθεια.
Δεν χρειάζεται να γίνει δικαστής.
Δεν χρειάζεται να γίνει σύμμαχος.
Δεν χρειάζεται να προστατεύσει τη μαμά από τον μπαμπά ή τον μπαμπά από τη μαμά.
Χρειάζεται να ξέρει ότι μπορεί να αγαπά χωρίς ενοχή.
Να μιλά χωρίς να φοβάται.
Να χαίρεται χωρίς να προδίδει κανέναν.
Και, πάνω απ’ όλα, να παραμείνει παιδί.
Η Ελισσάβετ Γιαννοπούλου είναι Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος και Ψυχοθεραπεύτρια, απόφοιτη του τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο (MSc) στην Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων, ενώ έχει μετεκπαιδευτεί στις Αναπτυξιακές Διαταραχές στη Μονάδα Μαθησιακών Δυσκολιών του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου. Διαθέτει πάνω από 20 χρόνια κλινικής εμπειρίας στη θεραπευτική υποστήριξη παιδιών, εφήβων και στη συμβουλευτική γονέων, ενώ έχει διατελέσει Επιστημονική Συνεργάτης της 3ης Παιδιατρικής Κλινικής του Α.Π.Θ.. Διατηρεί το ιδιωτικό της γραφείο στη Θεσσαλονίκη.
Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της και να ακολουθήσετε το έργο της εδώ:
• 🌐 Ιστοσελίδα: paidopsychologos-giannopoulou.gr
• 📸 Instagram: @elisavetgiannopoulou
• 🔵 Facebook: Ψυχολόγος Θεσσαλονίκη Γιαννοπούλου Ελισσάβετ
• 💼 LinkedIn: Elissavet Giannopoulou







