Γράφει η Έλενα Κουτσοπούλου, Ψυχολόγος, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια*
Κάθε απόγευμα, μαζί με τα τετράδια, τις κασετίνες και τα μολύβια, επιστρέφει στο σπίτι και ένα τάπερ. Άλλοτε άδειο, άλλοτε μισοφαγωμένο και κάποιες φορές ακριβώς όπως έφυγε το πρωί. Για έναν γονέα, η πρώτη σκέψη είναι συνήθως απλή: «Έφαγε σήμερα;». Ίσως, όμως, κάποιες φορές αξίζει να αναρωτηθούμε και κάτι ακόμη: «Πώς ήταν σήμερα η μέρα του/ης;»
Το σχολικό τάπερ δεν είναι, φυσικά, ένα «ψυχολογικό τεστ» και το γεγονός ότι ένα παιδί δεν έφαγε το φαγητό του δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Μπορεί όμως, όταν μια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται ή συνοδεύεται από άλλες αλλαγές, να αποτελέσει μια μικρή αφορμή για να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά την καθημερινότητα του παιδιού.
Γιατί το φαγητό στο σχολείο δεν αφορά μόνο την πείνα. Συμβαίνει μέσα σε ένα ολόκληρο κοινωνικό περιβάλλον: στο διάλειμμα, μέσα στην παρέα, ανάμεσα σε σχόλια, συγκρίσεις, παιχνίδι, βιασύνη και στην ανάγκη κάθε παιδιού να αισθανθεί ότι ανήκει.
Τάπερ ή χρήματα για το κυλικείο;
Το χαρτζιλίκι για το κυλικείο προσφέρει στο παιδί επιλογή, αυτονομία και συμμετοχή σε μια κοινή σχολική συνήθεια. Δεν χρειάζεται, επομένως, να αντιμετωπίζεται ως ο «κακός αντίπαλος» του σπιτικού φαγητού. Το τάπερ, όμως, έχει μια διαφορετική αξία. Το περιεχόμενό του μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στις προτιμήσεις του συγκεκριμένου παιδιού, ενώ αποτελεί μέρος μιας σταθερής καθημερινής ρουτίνας. Σε ένα συμβολικό επίπεδο, εμπεριέχει συχνά και κάτι από τη φροντίδα του σπιτιού που το παιδί παίρνει μαζί του στο σχολείο.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν χρειάζεται να είναι απόλυτα «τάπερ ή κυλικείο». Καθώς το παιδί μεγαλώνει, μπορούμε να αναζητήσουμε μια ισορροπία ανάμεσα στη γονεϊκή φροντίδα και την αυτονόμησή του: κάποιες ημέρες τάπερ, κάποιες επιλογή από το κυλικείο ή ακόμη και συμμετοχή του ίδιου του παιδιού στην απόφαση για το τι θα πάρει μαζί του.
Όταν το τάπερ επιστρέφει γεμάτο
Ένα άθικτο φαγητό δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως ανησυχητικό. Το παιδί μπορεί απλώς να μην πείνασε, να μη του άρεσε το συγκεκριμένο φαγητό ή να προτίμησε να παίξει. Όταν όμως αυτό επαναλαμβάνεται, αντί να επιμείνουμε στο «γιατί δεν έφαγες;», αξίζει να διερευνήσουμε τι συνέβαινε γύρω από τη στιγμή του φαγητού. Ένα παιδί που βιώνει σχολικό άγχος μπορεί να εμφανίζει μειωμένη όρεξη. Ένα άλλο μπορεί να αισθάνεται ότι δεν προλαβαίνει να φάει στο διάλειμμα. Κι ένα τρίτο μπορεί να αποφεύγει το φαγητό επειδή η ώρα του είναι ταυτόχρονα και μια έντονα κοινωνική στιγμή. Τα παιδιά κάθονται μαζί, μιλούν, ανταλλάσσουν φαγητά και σχηματίζουν παρέες. Για ένα παιδί που αισθάνεται μόνο του, αυτή ακριβώς η στιγμή μπορεί να κάνει τη μοναξιά περισσότερο ορατή.
Ο γονέας μπορεί εδώ να κινηθεί με τρία βήματα: παρατηρώ – ρωτώ – συνδέω. Παρατηρώ εάν πρόκειται για μια μεμονωμένη ημέρα ή για μια αλλαγή που επαναλαμβάνεται. Ρωτώ χωρίς επίκριση. Και συνδέω αυτό που βλέπω με τη συνολική εικόνα του παιδιού: τη διάθεσή του, τις φιλίες του, τη στάση του απέναντι στο σχολείο και τυχόν σωματικά παράπονα. Η λογική αυτή συναντά την προσέγγιση του Emotion Coaching των Gottman και DeClaire (1997): πριν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε μια συμπεριφορά ή να λύσουμε το πρόβλημα του παιδιού, προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα, να ακούσουμε με ενσυναίσθηση και να το βοηθήσουμε να βάλει σε λέξεις αυτό που βιώνει.
Έτσι, αντί για το «Πάλι δεν έφαγες τίποτα!», μπορούμε να πούμε: «Βλέπω ότι τελευταία γυρίζει αρκετό φαγητό πίσω. Αναρωτιέμαι αν δεν πεινάς ή αν κάτι στο διάλειμμα σε δυσκολεύει». Η δεύτερη διατύπωση δεν ζητά από το παιδί να απολογηθεί. Του ανοίγει χώρο να μιλήσει.
Το τάπερ ως πεδίο κοινωνικοποίησης και πίεσης από τους συνομηλίκους
Από πολύ νωρίς τα παιδιά αντιλαμβάνονται τι θεωρείται «cool», περίεργο, παιδικό ή διαφορετικό μέσα στην ομάδα. Και το φαγητό δεν εξαιρείται. Ένα παιδί μπορεί να ντραπεί για αυτό που έχει μαζί του, να ζητήσει ό,τι αγοράζουν οι φίλοι του ή ξαφνικά να μη θέλει να πάρει στο σχολείο κάτι που στο σπίτι τρώει με ευχαρίστηση, επειδή κάποιος συμμαθητής το σχολίασε. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν βοηθά ιδιαίτερα ούτε το «μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι» ούτε η άμεση προσαρμογή σε κάθε απαίτηση της παρέας.
Πρώτα αναγνωρίζουμε: «Καταλαβαίνω ότι ένιωσες άβολα όταν το σχολίασαν».
Μετά διερευνούμε: «Σου έχει συμβεί ξανά;», «Τι ακριβώς έγινε;», «Πώς ένιωσες εκείνη τη στιγμή;».
Και τέλος αναζητούμε μαζί μια λύση: «Τι θα σε βοηθούσε;», «Θέλεις να σκεφτούμε τι θα μπορούσες να απαντήσεις;», «Θέλεις κάποιες ημέρες να επιλέγεις εσύ τι θα πάρεις;».
Η ανάγκη ενός παιδιού να ανήκει στην ομάδα δεν είναι επιφανειακή. Είναι μια σημαντική αναπτυξιακή ανάγκη. Στόχος, λοιπόν, δεν είναι να του μάθουμε ότι «δεν πρέπει να το ενδιαφέρει τι σκέφτονται οι άλλοι», αλλά σταδιακά να το βοηθήσουμε να μπορεί να ανήκει χωρίς να χρειάζεται να ακυρώνει τον εαυτό του για να ανήκει.
Αντί για «Έφαγες;», τι άλλο μπορούμε να ρωτήσουμε;
Αν κάθε απόγευμα η πρώτη ερώτηση είναι «έφαγες;», το παιδί γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει μία επιθυμητή απάντηση: «ναι». Κι έτσι χάνουμε ενδεχομένως όλες τις υπόλοιπες πληροφορίες. Μπορούμε, λοιπόν, να δοκιμάσουμε διαφορετικές ερωτήσεις:
«Με ποιον ήσουν σήμερα στο διάλειμμα;»
«Πού καθίσατε;»
«Προλάβατε να φάτε ή θέλατε να παίξετε;»
«Τι σου άρεσε περισσότερο από όσα σου έβαλα;»
«Τι παίρνουν συνήθως οι φίλοι σου;»
«Υπάρχει κάτι που δεν σου αρέσει να ανοίγεις μπροστά στους άλλους;».
Δεν χρειάζεται, φυσικά, να γίνονται όλες μαζί. Τότε απλώς θα έχουμε αντικαταστήσει μια ανάκριση με μια μεγαλύτερη ανάκριση. Μία ανοιχτή ερώτηση και πραγματική διάθεση να ακούσουμε συχνά, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα.
Χρειάζεται το τάπερ να είναι πάντα «τέλειο»;
Η ισορροπημένη διατροφή είναι σημαντική. Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να μη μετατρέψουμε το φαγητό σε ακόμη ένα πεδίο στο οποίο το παιδί αξιολογείται καθημερινά. Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμη η προσέγγιση της οικογενειακής θεραπεύτριας και διαιτολόγου Ellyn Satter και το μοντέλο Division of Responsibility in Feeding. Σύμφωνα με τη Satter (2000, 2008), ο ενήλικας έχει την ευθύνη κυρίως για το τι, πότε και πού προσφέρεται σχετικά με το φαγητό, ενώ το παιδί διατηρεί την αυτονομία να αποφασίζει εάν και πόσο θα φάει από όσα του προσφέρονται. Με απλά λόγια: ετοιμάζουμε και προσφέρουμε το φαγητό, αλλά δεν κυνηγάμε την μπουκιά.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να απαιτούμε να επιστρέφει καθημερινά άδειο το τάπερ, να γεμίζουμε υπερβολικές ποσότητες από αγωνία ή να μετατρέπουμε το «έφαγες όλο το φαγητό σου;» σε μέτρο μιας «καλής» σχολικής ημέρας.Αντίστοιχα, δεν χρειάζεται κάθε περιεχόμενο του τάπερ να αποτελεί υπόδειγμα διατροφικής τελειότητας. Κάποιες ημέρες μπορεί να υπάρχει κάτι λιγότερο θρεπτικό αλλά ιδιαίτερα αγαπημένο. Το φαγητό δεν είναι μόνο θρεπτικά συστατικά. Είναι επίσης απόλαυση, κοινωνικότητα, αναμνήσεις και μέρος της σχέσης που χτίζει το παιδί με το σώμα του. Μπορούμε μάλιστα να δίνουμε, ανάλογα με την ηλικία, μικρές επιλογές: «Θέλεις αύριο αυτό ή αυτό;», «Διάλεξε δύο πράγματα που θα ήθελες να πάρεις μαζί σου». Έτσι το τάπερ γίνεται και μια μικρή άσκηση αυτονόμησης.
Πότε χρειάζεται να θορυβηθούμε;
Δεν θα πρέπει να ανησυχήσουμε επειδή ένα τάπερ επέστρεψε γεμάτο μία ή δύο φορές. Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν βλέπουμε μια επίμονη αλλαγή μοτίβου που συνοδεύεται και από άλλες αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού.
Για παράδειγμα, όταν παρατηρούμε συστηματική αποφυγή φαγητού στο σχολείο, απότομη αλλαγή στην όρεξη, φόβο ή ντροπή να φάει μπροστά στους άλλους, έντονη ενασχόληση με το βάρος ή το σώμα, επαναλαμβανόμενους στομαχόπονους πριν από το σχολείο, κοινωνική απόσυρση, αλλαγές στις φιλίες, άρνηση να πάει σχολείο ή σημαντική μεταβολή στη διάθεσή του. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προσπαθούμε να βγάλουμε συμπέρασμα μόνοι μας από το φαγητό. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον/ην δάσκαλο/α ή εκπαιδευτικό και να ρωτήσουμε πώς περνά το παιδί τα διαλείμματα, αν έχει παρέα και αν έχει παρατηρηθεί κάποια αλλαγή.
Τι αλλάζει με τη νέα ρύθμιση για τα σχολικά κυλικεία;
Η νέα ρύθμιση του Υπουργείου Υγείας για τα σχολικά κυλικεία κινείται προς την κατεύθυνση ενός σχολικού περιβάλλοντος που διευκολύνει περισσότερο τις ισορροπημένες διατροφικές επιλογές. Η απόφαση του 2026 καθορίζει κανόνες υγιεινής και συγκεκριμένες προδιαγραφές για τα προϊόντα που μπορούν να διατίθενται στα κυλικεία, στους χώρους εστίασης και στους αυτόματους πωλητές των σχολικών μονάδων (Υπουργείο Υγείας, 2026). Πρόκειται για μια σημαντική κατεύθυνση, γιατί η διατροφική συμπεριφορά ενός παιδιού δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομική ή οικογενειακή ευθύνη. Επηρεάζεται και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται καθημερινά να επιλέξει.
Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, υπάρχει και μία ακόμη διάσταση: δεν αρκεί να μάθουμε στα παιδιά τι «πρέπει» να τρώνε. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούν να τρώνε με ασφάλεια, χωρίς ντροπή, ενοχή και υπερβολικό έλεγχο. Γιατί τελικά ένα σχολικό τάπερ μπορεί να κουβαλά πολύ περισσότερα από ένα τοστ, ένα φρούτο ή ένα κομμάτι σπιτικό κέικ. Μπορεί να κουβαλά φροντίδα, αυτονομία, κοινωνική πίεση, την ανάγκη να ανήκεις ή ακόμη και μια δύσκολη ημέρα που το παιδί δεν έχει καταφέρει ακόμη να βάλει σε λέξεις.
Και γι’ αυτό, όταν επιστρέφει σπίτι γεμάτο, ίσως αντί να βιαστούμε να ρωτήσουμε «Γιατί δεν έφαγες;», αξίζει πρώτα να δοκιμάσουμε μια διαφορετική ερώτηση:
«Πώς ήταν το διάλειμμά σου σήμερα;»
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Gottman, J. M., & DeClaire, J. (1997). Raising an emotionally intelligent child: The heart of parenting. Simon & Schuster.
Satter, E. (2000). Child of mine: Feeding with love and good sense (Rev. ed.). Bull Publishing Company.
Satter, E. (2008). Secrets of feeding a healthy family: How to eat, how to raise good eaters, how to cook. Kelcy Press.
Υπουργείο Υγείας. (2026). Κανόνες υγιεινής και καθορισμός των επιτρεπόμενων προς διάθεση προϊόντων στα σχολικά κυλικεία, τους χώρους εστίασης και τους αυτόματους πωλητές εντός των σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
- 🌐 Ιστοσελίδα: inyoupsychology.gr
- 📸 Instagram: @in.you_psychology
- 🔵 Facebook: Έλενα Κουτσοπούλου: Ψυχολόγος, Εγκληματολόγος MSc, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
- 💼 LinkedIn: Elena Koutsopoulou







