Η βραβευμένη συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου στο Supermammasblog: Μια ειλικρινής συζήτηση για τα «Δικά μας παιδιά» και τους γονείς που παλεύουν στο σκοτάδι
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Χρήστου

Πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τα παιδιά μας; Πού τελειώνει η προστασία και πού ξεκινά η γονεϊκή τοξικότητα; Πώς η αργκό των εφήβων και οι μπάρες των τραγουδιών γίνονται η μυστική γλώσσα μιας γενιάς που προσπαθεί να ακουστεί;
Υπάρχουν συνεντεύξεις που απλώς απαντούν σε ερωτήσεις και συνεντεύξεις που λειτουργούν ως καθρέφτης της κοινωνίας μας. Η συζήτηση με τη σπουδαία συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Με αφορμή τη συνάντησή μας στο Φεστιβάλ Λογοτεχνίας στην Τεχνόπολη, είχαμε τη μεγάλη χαρά και τιμή να συνομιλήσουμε μαζί της, καθώς ξέρει να αφουγκράζεται τους νέους όσο λίγοι. Με αφετηρία τα καθηλωτικά της βιβλία, «Τα δικά μας παιδιά» και «Ο Μωβ Μαέστρος», η κα. Νικολαΐδου ξετυλίγει στο Supermammasblog ένα κουβάρι που μας αφορά όλους.
Πριν τη συνέντευξη, θέλω να αναφέρω πως πρόκειται για μια από τις πιο διεισδυτικές φωνές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Η Σοφία Νικολαΐδου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σημαντικές διακρίσεις, όπως το Κρατικό Ειδικό Βραβείο για το βιωματικό της έργο “Καλά και σήμερα: Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος“, επιστρέφει με μια νέα, μεγάλη επιτυχία. Το πρόσφατο μυθιστόρημά της, “Τα δικά μας παιδιά“ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, τιμήθηκε με το Βραβείο Πεζού Λόγου από την Ακαδημία Αθηνών. Μέσα από τις σελίδες του, η συγγραφέας αποτυπώνει το ωμό νεύρο της εφηβείας, τον κόσμο της ραπ και το χάσμα των γενεών, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται “μαέστρος” της κοινωνικής παρατήρησης.
Μας οδηγεί στα άδυτα της σύγχρονης εφηβείας, εκεί όπου οι μπάρες της trap και της rap μουσικής γίνονται γέφυρα επικοινωνίας. Μαζί της αναλύουμε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και την τοξική υπερπροστασία, τη διαχείριση του τραύματος και της ορφάνιας, αλλά και το πώς η τυχαιότητα του κακού μπορεί να ανατρέψει τα πάντα σε μια στιγμή.
Χωρίς ωραιοποιήσεις, με το βλέμμα στραμμένο στις παθογένειες της εποχής και τις προσπάθειες συγκάλυψης των ισχυρών, η συγγραφέας μας προσφέρει έναν πολύτιμο οδηγό για να καταλάβουμε, επιτέλους, «τα δικά μας παιδιά».
- Στο βιβλίο «Τα δικά μας παιδιά», η απουσία της πατρικής φιγούρας ή η εγκατάλειψη από τη μητρική φιγούρα μοιάζει με μια ανοιχτή πληγή που καθορίζει την πορεία των παιδιών. Γιατί επιλέξατε να αποδομήσετε το στερεότυπο της «αγίας Ελληνίδας μάνας» και πώς αυτή η έλλειψη μετουσιώνεται σε θυμό ή σε αναζήτηση ταυτότητας για τους νέους ήρωες;
Στα «Δικά μας παιδιά» κυκλοφορούν γονείς, παιδιά και οικογένειες κάθε είδους. Τα στερεότυπα υπονομεύονται, αλλά αυτός δεν είναι και ο ρόλος της λογοτεχνίας; Να μας κάνει να δούμε πέρα από το αναμενόμενο, να σκεφθούμε έξω από το προβλεπόμενο; Να θέσει ερωτήματα, να σκεφθούμε απαντήσεις;
- Υπάρχουν γονείς στην ιστορία σας που, από υπερβολική αγάπη ή ενοχή, γίνονται οι «δικηγόροι» των πιο σκοτεινών πράξεων των παιδιών τους. Αυτή η τυφλή υπεράσπιση είναι τελικά πράξη στοργής ή μια μορφή συναισθηματικής κακοποίησης που εμποδίζει το παιδί να ενηλικιωθεί ηθικά;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που τίθεται με τρόπο εμφατικό στο μυθιστόρημα. Δεν πιστεύω πως η απάντηση είναι άσπρο-μαύρο. Αποτελεί το είδος του ερωτήματος που κανείς ελπίζει να μην έρθει ποτέ η στιγμή να αντιμετωπίσει.
- Η φιλία για «Τα δικά μας παιδιά» είναι το απόλυτο καταφύγιο, αλλά και το σημείο όπου η ατομική ευθύνη χάνεται μέσα στην ορμή της ομάδας. Πώς ισορροπεί ένας έφηβος ανάμεσα στην ανάγκη να ανήκει κάπου και στον κίνδυνο να χάσει τον εαυτό του ακολουθώντας τα λάθη των άλλων;
«Έχω οικογένεια από φίλους και είναι πιστοί σαν τους σκύλους» λέει ο τίτλος ενός κεφαλαίου που αναφέρεται στον οικείο στίχο του Novel 729. Η φιλία είναι δύναμη – ποιος δε θυμάται εφηβικές πανίσχυρες, λαμπερές φιλίες; Υπάρχει, φυσικά, και η αγέλη, όμως αυτό είναι κάτι άλλο. Στο μυθιστόρημα ξετυλίγονται και οι δύο εκδοχές, που καθορίζουν τις ζωές των ηρώων. Και μέσα από τις ζωές, τις σκέψεις και τις πράξεις τους, καταλαβαίνουμε και τις επιλογές τους.
- Περιγράφετε μονογονεϊκές οικογένειες που παλεύουν με αξιοπρέπεια και «παραδοσιακές» οικογένειες που καταρρέουν εσωτερικά. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική οικογένεια είναι πιο εύθραυστη από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε; Τι είναι αυτό που κρατά τελικά έναν δεσμό ζωντανό ανάμεσα σε μπαμπά/μαμά και παιδί;
Στο μυθιστόρημα κυκλοφορούν όλες οι μορφές οικογένειας, περισσότερο ή λιγότερο λειτουργικές ή δυσλειτουργικές, όπως γίνεται και στη ζωή. Το μόνο που κρατά έναν δεσμό ζωντανό, νομίζω, σε οποιαδήποτε σχέση όχι μόνο στη γονεϊκή, είναι η αγάπη. Η αποδοχή του άλλου. «Κανείς δεν έπαθε κάτι από την πολλή αγάπη», έτσι δεν έλεγαν οι παλιές μαμάδες; Η οικογένεια είναι φωλιά. Σου επιτρέπει, θα πρέπει να σου επιτρέπει, να πετάξεις μακριά. Την ίδια στιγμή γνωρίζεις πως, αν κάτι στραβώσει, μπορείς να επιστρέψεις εκεί και να γλείψεις τις πληγές σου, πριν φύγεις ξανά.
- Έχετε την ικανότητα να κάνετε τον αναγνώστη να συμπάσχει ακόμη και με τους «κακούς» της ιστορίας, αναδεικνύοντας τα σκοτεινά τους μονοπάτια. Είναι η λογοτεχνία ένας τρόπος να καταλάβουμε την ψυχολογία της βίας και του λάθους, ώστε να μπορέσουμε, ως γονείς, να προλάβουμε ανάλογες καταστάσεις;
Η λογοτεχνία μάς δίνει ένα κλειδί για όσα δεν ξέρουμε, όσα δε ζήσαμε, όσα δεν έχουμε ποτέ φανταστεί. Σηκώνει την κουρτίνα και μας αφήνει να δούμε έξω από το παράθυρο. Κι αυτό το κάνει με τον τρόπο της μυθοπλασίας, με την κατανόηση της ιστορίας του άλλου ανθρώπου. Η λογοτεχνία μας παίρνει από το χέρι και μας περνάει μέσα από τη φωτιά, χωρίς να καούμε. Οπότε, ναι, ίσως και να λειτουργεί έτσι όπως λέτε. Αλλά αυτό εξαρτάται από τον αναγνώστη. Άλλωστε, ο αναγνώστης είναι που επενδύει με γνώση, εμπειρία, συναίσθημα και σκέψη αυτό που διαβάζει.
- Αισθάνεστε ποτέ την ανάγκη να «σώσετε» τους ήρωές σας από τη μοίρα τους ή τους αφήνετε να πάρουν την ευθύνη των λαθών τους, όπως ακριβώς πρέπει να κάνει ένας γονιός στην πραγματική ζωή;
Αυτό που με νοιάζει είναι να ζήσουν οι ήρωες τη ζωή τους, με τα στραβά και τα σωστά, με τα πάνω και τα κάτω. Αν με ρωτάτε αν μου αρέσουν οι αχτίδες φωτός στην πλοκή, η απάντηση είναι πως ναι, όσο μεγαλώνω τις αναζητώ περισσότερο.
- Στα δυο βιβλία σας «Μωβ μαέστρος» και «Τα δικά μας παιδιά» συναντάμε δύο μορφές ορφάνιας: την οριστική απώλεια της μητέρας στο πρώτο και την ηθική ή εκούσια απουσία της στο δεύτερο. Ποιο από τα δύο «κενά» θεωρείτε ότι είναι πιο διαχειρίσιμο – αν μπορεί να είναι – για τον ψυχισμό ενός παιδιού που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του;
Δεν μπορώ να σας απαντήσω, ο κάθε άνθρωπος, ο κάθε ήρωας μιας ιστορίας είναι η ατομική του περίπτωση και οι ζωές των ανθρώπων δεν μπαίνουν στη ζυγαριά. Ούτε υπάρχει πρωταθλητισμός στον πόνο. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως οι οριακές εμπειρίες δοκιμάζουν τις αντοχές μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους κι αυτό είναι κάτι που, μεγάλοι ή μικροί, κάποια στιγμή το αντιμετωπίζουμε.
- Στην αρχή των κεφαλαίων σας έχετε επιλέξει στίχους/ quotes από την ελληνική hip-hop/ rap σκηνή (Mani, Novel 729, Buzz κ.α.), γιατί αυτή είναι η «γλώσσα» που μιλούν τα δικά μας παιδιά για τα οποία γράφετε.
Θα σταθώ σε τρεις στίχους που ξεχώρισα :
- «Πίσω από το βλέμμα σου τι κρύβεται κοιτάνε. Ποτέ μου δεν προσπάθησα να δω γιατί φοβάμαι…» (Mani)
Χρησιμοποιείτε τον στίχο του Mani για το φόβο μας να κοιτάξουμε τι κρύβεται πίσω από το βλέμμα του άλλου. Ως γονείς, μήπως συχνά «φοβόμαστε να δούμε» την αλήθεια των παιδιών μας; Προτιμάμε την ησυχία μας από μια ταραχώδη αλήθεια που θα μας ανάγκαζε να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι;
Χρησιμοποιώ τους στίχους, τις μπάρες των τραγουδιών, ως τίτλους κεφαλαίων: λειτουργούν σαν φάροι στην αφήγηση. Αφηγούνται κάτι που στην ιστορία μένει ανείπωτο. Αυτό που λέτε είναι αλήθεια, όμως δε συμβαίνει μόνο με τους γονείς, συμβαίνει με όλους μας και είναι φυσική ανθρώπινη συμπεριφορά. Κανείς μας δε θέλει να ξεβολεύεται, έτσι δεν είναι;
2. «Αν κάτι μου δίνει ελπίδα το λένε ψυχή και είναι ασπίδα…» (Novel 729)
Ο Novel 729 μιλά για την ψυχή ως ασπίδα. Στα βιβλία σας, οι ήρωες δοκιμάζονται σκληρά. Πιστεύετε ότι η σημερινή γενιά παιδιών έχει αυτή την «ασπίδα» ή μήπως εμείς, στην προσπάθειά μας να τα προστατέψουμε από όλα, τα αφήσαμε χωρίς ψυχικά αντισώματα απέναντι στη ματαίωση;
Νομίζω ότι σε αυτήν την ερώτηση θα πρέπει να απαντήσουν τα ίδια τα παιδιά. Δεν είμαι σίγουρη ότι πιστεύω πάρα πολύ σε αυτό που λέμε «γενιά», υπάρχουν, φυσικά, κοινά χαρακτηριστικά που οφείλονται σε κοινές αναφορές, παρόμοιες συνθήκες ζωής, το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο, αλλά οι άνθρωποι αντιδρούμε με διαφορετικό τρόπο σε ανάλογα ερεθίσματα. Το από τι ύφασμα είμαστε φτιαγμένοι είναι πολυπαραγοντικό: παίζει ρόλο σίγουρα η γενιά, η οικογένεια, το περιβάλλον. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που αλλάζουν την εξίσωση και ανατρέπουν τα δεδομένα – και ευτυχώς, αλλιώς όλα στη ζωή θα ήταν προβλέψιμα.
3. «Εδώ βράζει το αίμα και παίζει συναίσθημα, λογική έχουν μόνο οι ουδέτεροι…» (Buzz)
Με αφορμή τον στίχο του Buzz, βλέπουμε στα βιβλία σας παιδιά που λειτουργούν με το «αίμα που βράζει». Πόσο εύκολο είναι για έναν γονιό που λειτουργεί με τη λογική να επικοινωνήσει με έναν έφηβο που πνίγεται στο συναίσθημα; Πώς μπορούμε να πλησιάσουμε αυτούς τους «μη ουδέτερους» νέους χωρίς να τους κρίνουμε; Στον αντίποδα, κυριαρχεί η άποψη πως οι νέοι έχουν πάψει να νιώθουν. Έχει παγώσει το συναίσθημα. Δεν ερωτεύονται. Τι από τα δυο ισχύει τελικά;
Δε νομίζω ότι μπορούμε να βγάλουμε χρησμό κι ούτε είναι αυτό το ζητούμενο της λογοτεχνίας. Δεν είμαι σίγουρη ότι οι γονείς λειτουργούμε πάντα με τη λογική: μου έχει συμβεί αρκετές φορές το αντίθετο. Και νομίζω πως όλοι οι άνθρωποι ζούμε με τις αντιφάσεις μας, δεν υπάρχουν ευθείες συνεπαγωγές – και ευτυχώς.
- Ακούσατε κι εσείς αυτές τις μουσικές για να μπείτε στην ψυχοσύνθεση των «δικών μας παιδιών»; Είναι ακούσματα που θεωρείτε ότι κάθε γονιός πρέπει να προσέξει για να καταλάβει τι συμβαίνει στο δωμάτιο του παιδιού του;
Πιστεύω πως η μουσική είναι πάντα ένας κώδικας. Έτσι δε συνέβαινε και με τη δική μας γενιά; Ένας κώδικας μεταξύ των συνομήλικων που πετάει τους άλλους απέξω. Οπότε, αν κάποιος θέλει να καταλάβει αυτούς τους νεαρούς ήρωες, ίσως ένα από τα κλειδιά της κατανόησης να είναι και η μουσική.
- Κυρία Νικολαΐδου, διαβάζοντας το βιβλίο, υπήρξαν τρεις στιγμές που ως μητέρα και ως αναγνώστρια με συγκλόνισαν και θα ήθελα να σταθούμε σε αυτές, γιατί θεωρώ ότι καθρεφτίζουν την παθογένεια της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας: η τυφλή υπακοή στον τοξικό πατέρα, η τυχαιότητα του κακού και η προκλητική συγκάλυψη των «ισχυρών».
1. Η Αυτοθυσία του παιδιού
Με συγκλόνισε η στιγμή που ο γιος του Τσε αποδέχεται την υπέρτατη ενοχή: την αφαίρεση μιας ζωής, απλώς και μόνο επειδή ο πατέρας του του το ζήτησε για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα. Η ερώτηση του προς τον πατέρα του «Εντάξει μπαμπά;;», για μένα περικλείει τη σπαρακτική αγάπη του παιδιού προς τον γονέα και την αιώνια αναζήτηση της αποδοχής του . Πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η ανάγκη ενός παιδιού για γονεϊκή αποδοχή, ώστε να θυσιάσει ακόμα και την ελευθερία ή την αλήθεια του; Πού σταματά η πατρική προστασία και πού ξεκινά η εγκληματική χειραγώγηση;
2. Η τραγική τυχαιότητα
Ένα παιδί χάνει τη ζωή του άδικα, επειδή βρέθηκε στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή, φορώντας το λάθος αντικείμενο, ένα κασκόλ. Μια συγκλονιστική σκηνή, που κόβει την ανάσα τόσο για την περιγραφικότητα της όσο και για το γεγονός ότι παραπέμπει σε αληθινά περιστατικά οπαδικής βίας. Ως γονείς, μας στοιχειώνει η ιδέα ότι η ζωή του παιδιού μας μπορεί να κριθεί από μια τέτοια τραγική τυχαιότητα. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά μας για τη βία του δρόμου χωρίς να τα γεμίσουμε με παράλυτο τρόμο, αλλά ταυτόχρονα να τα κρατήσουμε ασφαλή;
3. Η Συγκάλυψη
Στο βιβλίο βλέπουμε τη δικαιοσύνη να γίνεται «λάστιχο»: ένας πατέρας- σβήνει με τη βοήθεια του φίλου του – μεγαλοδικηγόρου το όνομα του γιου του από τη δικογραφία και ένας αστυνομικός αποφασίζει να κάνει σωστά τη δουλειά του μόνο όταν θίγεται η δική του κόρη. Τι μήνυμα περνάμε στα παιδιά μας όταν η ηθική μας εξαρτάται από το «ποιον ξέρουμε» ή από το αν «μας πονάει προσωπικά»; Υπάρχει ελπίδα για μια γενιά που μεγαλώνει βλέποντας τους γονείς της να παρακάμπτουν τον νόμο «για το καλό τους»;
Η λογοτεχνία που αγαπώ, η λογοτεχνία που διαβάζω, η λογοτεχνία που με ενδιαφέρει να γράψω είναι μια αφήγηση που θέτει ερωτήματα. Δεν έχει έτοιμες τις απαντήσεις. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να μην απαντήσω με τρόπο ευθύ. Θεωρώ ότι οι σκέψεις που γεννιούνται στο μυαλό του αναγνώστη είναι αυτές που δίνουν στην αφήγηση βάθος και αφήνουν επίγευση. Τα ερωτήματα που θέτετε είναι κομβικά στην πλοκή. Ο κάθε αναγνώστης, η κάθε αναγνώστρια εστιάζει στα σημεία που συντονίζονται με τη δική της όραση του κόσμου. Και δίνει τις δικές της απαντήσεις. Το βιβλίο θα πρέπει να το επιτρέπει αυτό.


Τα βιβλία της Σοφίας Νικολαΐδου “Μωβ Μαέστρος” και τα “Δικά μας παιδιά” , το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Πεζού Λόγου της Ακαδημίας Αθηνών (2025), κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

