Πώς μαθαίνουμε στα παιδιά να αντέχουν το λάθος, τη ματαίωση και την αποτυχία χωρίς να χάνουν την αίσθηση της αξίας τους; Με αφορμή τις εκδηλώσεις του Δεσμού για την ψυχική ανθεκτικότητα παιδιών και εφήβων, η παιδοψυχολόγος Αλεξία Βερνίκου μιλά στη Μαρία Σπανουδάκη και το “ΑΘΗ-νέα” για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη στήριξη και την υπερπροστασία, την πίεση της τελειότητας και την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει τελικά «επιτυχημένο» παιδί.

Ο Π. ξέχασε την εργασία του στο σπίτι και πανικοβάλλεται. Ο πατέρας του μπαίνει στο αυτοκίνητο και τρέχει να τη φέρει προτού χτυπήσει το κουδούνι. Η Κ. θέλει να ξεκινήσει πιάνο και στίβο. Το πρώτο δίμηνο τα εγκαταλείπει και τα δύο αφού δεν τα καταφέρνει όσο τέλεια είχε φανταστεί. Η ομάδα του Γ. έχασε στον αγώνα μπάσκετ, εκείνος καταρρέει. Ο Φ. σηκώνει όλο και λιγότερο συχνά το χέρι του στην τάξη επειδή φοβάται μήπως κάνει λάθος μπροστά στους άλλους. Η Μ. σβήνει τόσο επίμονα το λάθος της στο τετράδιο που τρύπησε τη σελίδα. Ο Α. βαριέται εύκολα και δυσανασχετεί, ο γονιός σπεύδει να τον απασχολήσει με κάτι. Η Ν. αλλάζει τρεις φορές ρούχα προτού φύγει για το σχολείο, αγχωμένη μήπως δεν αρέσει, μήπως σχολιαστεί, μήπως δεν ταιριάζει με τους άλλους. Η Σ. αρνείται να πάει στο πάρτι γιατί «δεν γνωρίζει καλά τα άλλα παιδιά».

Σας θυμίζουν κάτι; Μικρές καθημερινές σκηνές που μέσα τους κρύβεται ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης παιδικής και εφηβικής πραγματικότητας: παιδιά που δυσκολεύονται να αντέξουν τη ματαίωση, το λάθος, την αποτυχία, τη μοναξιά, την αμηχανία, την έκθεση, και γονείς που –από αγάπη, φόβο ή ενοχή– πιστεύουν πως πρέπει να τα «σώσουν» και να τα προστατεύσουν.

Σε μια εποχή που οι αγχώδεις διαταραχές ξεκινούν σε όλο και μικρότερες ηλικίες, που η τελειότητα μοιάζει να προβάλλεται ως προϋπόθεση αποδοχής και οι γονείς καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία και στην αυτονομία των παιδιών τους, η συζήτηση γύρω από την ψυχική ανθεκτικότητα αφορά πλέον την καθημερινότητα κάθε οικογένειας: τη ζωή μέσα στο σπίτι, στο σχολείο, στις φιλίες, στα social media, στις προσδοκίες, στην αποτυχία και στην ανάγκη των παιδιών να νιώθουν ότι αξίζουν ακόμη κι όταν δεν τα καταφέρνουν.

«Το μη Κερδοσκοπικό Σωματείο Δεσμός συμβάλλει όχι μόνο στην αντιμετώπιση υπαρχόντων κοινωνικών προκλήσεων, αλλά και στη διαμόρφωση πιο ανθεκτικών και υποστηρικτικών κοινοτήτων για το μέλλον».

Με αφορμή τις δύο εκδηλώσεις του Δεσμού για την ψυχική ανθεκτικότητα παιδιών και εφήβων, η παιδοψυχολόγος Αλεξία Βερνίκου, συντονίστρια της συζήτησης, μίλησε για τις αντιφάσεις της σύγχρονης γονεϊκότητας, τον φόβο των ενηλίκων απέναντι στη δυσκολία των παιδιών, τις αθέατες προκλήσεις που βιώνουν σήμερα παιδιά και έφηβοι, αλλά και την ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί τι σημαίνει τελικά «επιτυχημένο» παιδί. Στην κουβέντα τίθεται επίσης το ερώτημα του πώς μεγαλώνεις παιδιά που να μπορούν να αντέχουν τη ματαίωση, να διαχειρίζονται την αποτυχία, να μην καταρρέουν μπροστά στη δυσκολία και, ταυτόχρονα, να μη χάνουν τον εαυτό τους μέσα στην πίεση της επίδοσης και της διαρκούς σύγκρισης.

Η παρουσία της Αμερικανίδας ψυχολόγου και συγγραφέα best seller Dr. Madeline Levine στην Αθήνα ως κεντρικής ομιλήτριας της εκδήλωσης είναι εξαιρετικά σημαντική. Η Levine έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου της στη μελέτη παιδιών που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα υψηλών προσδοκιών και κοινωνικής ή οικονομικής ευμάρειας, καταγράφοντας την αυξανόμενη θλίψη, το άγχος και την αίσθηση αποξένωσης που συχνά κρύβονται πίσω από την εικόνα της «επιτυχημένης» ζωής.

Η συζήτηση με την κ. Βερνίκου ξεκινά από τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη στήριξη και στην υπερπροστασία: μια γραμμή που πολλοί γονείς δυσκολεύονται πλέον να διακρίνουν. «Η ισορροπία μεταξύ στήριξης και υπερπροστασίας δεν είναι πάντα εύκολη. Η στήριξη θέλει τον γονέα δίπλα στο παιδί, κρατώντας κυριολεκτικά και μεταφορικά μια “απόσταση”, δίνοντας έτσι στο παιδί τη δυνατότητα να αυτονομηθεί, να προσπαθήσει μόνο δηλαδή, να πετύχει ή να αποτύχει και να ανακάμψει μέσα από την προσπάθεια αυτή». Αντίθετα, εξηγεί πως «η υπερπροστασία δεν έχει αυτή την απαραίτητη “απόσταση”. Χαρακτηρίζεται από μια ανάγκη του γονέα να πράξει αυτός για το παιδί του, ώστε να προλάβει οποιοδήποτε “λάθος” και να αποτρέψει το παιδί από το να βιώσει στενοχώρια». Σε αυτή τη συνθήκη, ο γονέας συχνά παύει να βλέπει το παιδί ως ξεχωριστή προσωπικότητα. «Στην υπερπροστασία, ο γονέας βλέπει το παιδί σαν προέκταση του εαυτού του και όχι σαν ανεξάρτητο άνθρωπο που καλείται να ζήσει και να μάθει μέσα από τα βιώματά του. Η στήριξη χαρακτηρίζεται από εμπιστοσύνη και ενδυνάμωση, ενώ η υπερπροστασία προέρχεται από φόβο».

«Μέσα από μικρά λάθη των παιδιών βγαίνουν μεγάλα μαθήματα ζωής, εάν ο γονιός συνειδητά κρατηθεί από το να παρέμβει για να “σώσει”».

Σήμερα, ο φόβος και η αγωνία του γονέα να μην εκτεθεί το παιδί του σε δύσκολα συναισθήματα είναι εντονότερος από ποτέ, κάτι που συχνά τον οδηγεί σε μια στάση διαρκούς παρέμβασης. Μικρές καθημερινές «αναποδιές»: μια εργασία που ξεχάστηκε, μια σύγκρουση με συμμαθητές, μια στιγμή αμηχανίας ή απογοήτευσης μετατρέπονται εύκολα σε πεδία άμεσης γονεϊκής «διάσωσης». Ωστόσο, η κ. Βερνίκου επιμένει ότι ακριβώς εκεί κρύβεται ένα πολύτιμο μάθημα ζωής. «Στόχος της εκδήλωσης είναι οι γονείς να φύγουν με έναν επαναπροσδιορισμό της “επιτυχίας” όσον αφορά τα παιδιά τους. Να κατανοήσουν τη σημασία της αντοχής στη ματαίωση και να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι να επιτρέψουν στα παιδιά τους να αποτύχουν στις μικρές ηλικίες ώστε να μάθουν να ανακάμπτουν στις μεγαλύτερες».

«Σημασία έχει να μάθουμε στα παιδιά μας να βρίσκουν νόημα σε αυτό που κάνουν, να μη νιώθουν ότι αξίζουν μόνο αν τα καταφέρνουν, και να τολμούν να δοκιμάζουν».

Φέρνει ένα παράδειγμα που οι περισσότεροι γονείς αναγνωρίζουν εύκολα: «Πόσο σημαντικό είναι να πάνε στο σχολείο, για παράδειγμα, ξεχνώντας την εργασία τους ή το τάπερ του φαγητού τους και να μην τρέξουν να τους το φέρουν ώστε να μην τους γίνει παρατήρηση ή ώστε να μην πεινάσουν. Μέσα από τα μικρά αυτά δικά τους λάθη βγαίνουν μεγάλα μαθήματα ζωής, εάν ο γονιός συνειδητά κρατηθεί από το να παρέμβει για να “σώσει”». Όπως σημειώνει, «γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να είναι σύμμαχοι σε αυτό. Οι γονείς ηθελημένα ή μη στέκονται κάποιες φορές εμπόδιο στον ρόλο των εκπαιδευτικών σε ό,τι αφορά την καλλιέργεια της ανθεκτικότητας, λόγω του υπερπροστατευτισμού τους».

«Η στήριξη χαρακτηρίζεται από εμπιστοσύνη και ενδυνάμωση, ενώ η υπερπροστασία προέρχεται από φόβο».

Το ζήτημα της επιτυχίας επανέρχεται διαρκώς στη συζήτηση. Τι θεωρείται σήμερα επιτυχημένο παιδί; Ποια παιδιά επιβραβεύονται; Και ποια μαθαίνουν να αισθάνονται ότι αξίζουν μόνο όταν πετυχαίνουν; Η κ. Βερνίκου σημειώνει πως αυτό ακριβώς είναι ένα από τα βασικά θέματα που θα αναδείξει η Dr. Madeline Levine στην ομιλία της.

«Οι έρευνες δείχνουν όλο και πιο έντονα πλέον, ότι σε βάθος χρόνου η “επιτυχία” έχει να κάνει με έννοιες όπως ανθεκτικότητα, αυτορρύθμιση, αυτοεκτίμηση και αυθεντικότητα». Παρ’ όλα αυτά, παρατηρεί ότι πολλοί γονείς εξακολουθούν να επενδύουν σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικούς δείκτες επιτυχίας, «στους βαθμούς, στα μετάλλια, στα πανεπιστήμια, στις επιδόσεις και στις διακρίσεις που είναι μετρήσιμες ως δείκτες επιτυχίας. Αυτά είναι εξωτερικά σημάδια επιτυχίας και δεν έχουν να κάνουν με ουσιαστικές εσωτερικές έννοιες που κάνουν έναν άνθρωπο ευτυχισμένο». Η ουσία, όπως λέει, βρίσκεται αλλού: «Σημασία έχει να μάθουμε στα παιδιά μας να βρίσκουν νόημα σε αυτό που κάνουν, να μη νιώθουν ότι αξίζουν μόνο αν τα καταφέρνουν, και να τολμούν να δοκιμάζουν».

«Οι έρευνες δείχνουν όλο και πιο έντονα πλέον ότι σε βάθος χρόνου η “επιτυχία” έχει να κάνει με έννοιες όπως ανθεκτικότητα, αυτορρύθμιση, αυτοεκτίμηση και αυθεντικότητα».

Το σχολείο παίζει κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία αν και όχι με τον τρόπο που συνήθως φανταζόμαστε. Η κ. Βερνίκου θεωρεί ότι «ο ρόλος της οικογένειας στη διαμόρφωση της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών παραμένει ο πρωταρχικός. Το σχολείο αποτελεί άλλη μια ευκαιρία εξέλιξης της ανθεκτικότητας, κυρίως στο κοινωνικοσυναισθηματικό κομμάτι που αναπτύσσει ένα παιδί εντός τάξης». Υπογραμμίζει επίσης ότι «η ανθεκτικότητα μαθαίνεται βιωματικά μέσα από σχέσεις, συγκρούσεις, αποτυχίες, επιτυχίες και όχι ακαδημαϊκά. Το σχολικό πλαίσιο, όταν λειτουργεί σωστά, είναι ο ιδανικός χώρος για να βιώσει ένα παιδί όλα τα παραπάνω σε κάθε σχολική βαθμίδα». Ωστόσο, παραδέχεται ότι συχνά το σχολείο αποτυγχάνει σε αυτή την αποστολή. «Η επίκριση, η σύγκριση, η έννοια ότι ο μαθητής αξίζει μόνο όταν είναι άριστος δεν βοηθάει. Το σχολείο θα πρέπει να επιτρέπει και να προβάλλει την κριτική σκέψη, την ελευθερία λόγου, τη διαφορετικότητα. Κάποιες φορές για την ευκολία της λειτουργίας της τάξης και των δασκάλων αυτά παραβλέπονται και το σχολείο αποτυγχάνει».

«Η ανθεκτικότητα μαθαίνεται βιωματικά μέσα από σχέσεις, συγκρούσεις, αποτυχίες, επιτυχίες και όχι ακαδημαϊκά».

Πηγή: a8inea.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *