Το εξαιρετικό άρθρο που ακολουθεί «Μη με λησμόνει»: Η μνήμη που ξεθωριάζει, η αγάπη που αντιστέκεται είναι μια κριτική ανάλυση του Δημήτρη Γουλή για το graphic novel της Alix Garin, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το έργο πραγματεύεται με μοναδικό τρόπο το ευαίσθητο θέμα της νόσου Αλτσχάιμερ και την αποσύνθεση της μνήμης.
του Δημήτρη Γουλή (*)
Τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια, το πεδίο του graphic medicine έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο γόνιμους και ριζοσπαστικούς χώρους συνάντησης ανάμεσα στις ιατρικές ανθρωπιστικές σπουδές, τη θεωρία των comics και τις αφηγήσεις ασθένειας. Ο όρος, που συνδέθηκε κυρίως με το έργο του Ian Williams και του συλλογικού τόμου Graphic Medicine Manifesto, περιγράφει τη χρήση των comics και των graphic novels ως εργαλείων κατανόησης, αναπαράστασης και ηθικής επεξεργασίας της εμπειρίας της ασθένειας.
Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ιατρικές αφηγήσεις, που συχνά οργανώνονται γύρω από τη διάγνωση, τη θεραπεία ή την κλινική ορολογία, το graphic medicine στρέφεται προς την ενσώματη, συναισθηματική και καθημερινή εμπειρία του πάσχοντος σώματος. Το σημαντικό εδώ είναι ότι η ίδια η πολυτροπική φύση των comics —η συνύπαρξη εικόνας, λέξης, σιωπής, ρυθμού, κενού και σελιδοποίησης— επιτρέπει να αποδοθούν εμπειρίες που συχνά αντιστέκονται στη γλώσσα: ο πόνος, η απώλεια, η ψυχική διατάραξη, η μνήμη που αποσυντίθεται, η σταδιακή αποξένωση από το ίδιο το σώμα ή τον ίδιο τον εαυτό. Όπως έχουν επισημάνει θεωρητικοί, όπως η Hilary Chute, ο Thierry Groensteen ή ο Neil Cohn, τα comics διαθέτουν μια μοναδική ικανότητα να διαστέλλουν τον χρόνο, να υλοποιούν την υποκειμενικότητα στον χώρο της σελίδας και να μετατρέπουν το βλέμμα του αναγνώστη σε ηθική πράξη παρατήρησης. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των νευροεκφυλιστικών ασθενειών —όπως η νόσος Αλτσχάιμερ— το graphic novel αποδεικνύεται ιδανικό μέσο: η άνοια δεν αφηγείται μόνο, αλλά χωροθετείται, χρωματίζεται, θρυμματίζεται σε panels, επιστρέφει μέσα από επαναλήψεις, κενά και σιωπές. Έτσι, αυτές οι μορφές αφήγησης μας εκπαιδεύουν να κοιτάζουμε διαφορετικά τη φθορά, τη μνήμη και τη φροντίδα.
Το πολυβραβευμένο Μη με λησμόνει (εκδ. Μικρός Ήρως, 2025) της Alix Garin (Ne m’ oublie pas, σε εξαιρετική μετάφραση της Τατιάνας Ραπακούλια), δεν είναι απλώς ένα graphic novel για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Είναι ένα έργο για τη μνήμη ως μια σχέση αγάπης που αντιστέκεται, όταν η γλώσσα, η αναγνώριση και ο χρόνος αρχίζουν να αποσυντίθενται. Είναι επίσης ένα από τα πιο ώριμα παραδείγματα του πώς η σύγχρονη εικονογραφημένη αφήγηση κατορθώνει να μετατρέψει μια νευροεκφυλιστική ασθένεια σε οπτική εμπειρία, χωρίς να διολισθαίνει ούτε στον μελοδραματισμό ούτε στην ψυχρή «ιατρικοποίηση» της άνοιας.
Η Garin αφηγείται την ιστορία της νεαρής Κλεμάνς, η οποία, αδυνατώντας να αποδεχθεί τον εγκλεισμό της γιαγιάς της σε μονάδα φροντίδας, αποφασίζει να τη «φυγαδεύσει» σε ένα οδικό ταξίδι επιστροφής στη θάλασσα και στις αναμνήσεις της. Ωστόσο, το ταξίδι αυτό δεν οργανώνεται ως μια συμβατική αφήγηση συμφιλίωσης. Αντίθετα, εξελίσσεται σε μια σπουδή πάνω στην απώλεια της χρονικότητας: η διαδρομή προχωρά, αλλά η μνήμη επιστρέφει συνεχώς πίσω, εγκλωβισμένη σε θραύσματα, επαναλήψεις και στιγμιαίες λάμψεις αναγνώρισης. Ενώ η γιαγιά ξεχνά, η εγγονή επιμένει. Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στη φθορά και την επιθυμία γεννιέται η ηθική καρδιά του έργου.
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο του Μη με λησμόνει είναι ίσως ο τρόπος με τον οποίο η Garin κατορθώνει να «εικονοποιήσει» το Αλτσχάιμερ. Δεν το περιγράφει απλώς: το μετατρέπει σε χώρο, χρώμα και σύνθεση της σελίδας. Οι μεγάλες γαλάζιες εκτάσεις που επανέρχονται στο graphic novel λειτουργούν ως οπτικό ισοδύναμο της λήθης: ένα απέραντο, ψυχρό, σχεδόν άυλο πεδίο μέσα στο οποίο η ανθρώπινη μορφή μικραίνει δραματικά. Η περίφημη σκηνή με τη γιαγιά μπροστά στο παράθυρο —μια μικροσκοπική φιγούρα χαμένη μέσα σε ένα αχανές γαλάζιο— αποτελεί μια από τις πιο δυνατές οπτικές μεταφορές της άνοιας στη σύγχρονη graphic medicine. Η αρρώστια δεν αποδίδεται μέσω παραμορφωμένων εικόνων ή εξπρεσιονιστικής υπερβολής, αλλά μέσω της αφαίρεσης, της αραίωσης του κόσμου. Το κενό γίνεται μορφή της λήθης.
Η Garin επιλέγει μια χρωματική παλέτα σχεδόν απογυμνωμένη: απαλά μπλε, ροζ, λευκά και ξεθωριασμένοι τόνοι συνθέτουν έναν κόσμο εύθραυστο, σαν να βρίσκεται ήδη στη διαδικασία της εξαφάνισης. Το γαλάζιο δεν είναι απλώς ατμόσφαιρα, αλλά κατάσταση συνείδησης. Η γιαγιά μοιάζει να βυθίζεται μέσα του όπως κάποιος χάνεται σε μια θάλασσα χωρίς προσανατολισμό. Ταυτόχρονα όμως το ίδιο χρώμα λειτουργεί και παρηγορητικά, σχεδόν τρυφερά, αποφεύγοντας να μετατρέψει την ασθένεια σε θέαμα τρόμου. Η Garin κατανοεί βαθιά ότι το Αλτσχάιμερ δεν είναι μόνο διάλυση, αλλά είναι και μια άλλη, τραγική μορφή παιδικότητας, εξάρτησης και ευαλωτότητας.
Σπουδαία είναι επίσης η χρήση του χώρου και της κλίμακας. Οι ανθρώπινες μορφές συχνά συρρικνώνονται μέσα στη σελίδα, ενώ το περιβάλλον απλώνεται γύρω τους δυσανάλογα μεγάλο και άδειο. Η επιλογή αυτή παράγει μια έντονη αίσθηση υπαρξιακής απομόνωσης και το βλέμμα του αναγνώστη εκπαιδεύεται να παρατηρεί την απουσία.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η σκηνή με τα μικρά λουλούδια και τη φράση «Μη με λησμόνει». Εκεί η Garin συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία του έργου της: η μνήμη δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τη γνωστική λειτουργία. Υπάρχει και ως σωματικό ίχνος, ως συναίσθημα, ως χειρονομία. Το λουλούδι λειτουργεί σχεδόν ως μετα-σύμβολο της αφήγησης: εύθραυστο, μικρό, έτοιμο να χαθεί, αλλά ταυτόχρονα πεισματικά παρόν. Η λήθη εδώ δεν ακυρώνει την αγάπη. Και αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικό στοιχείο του βιβλίου.
Διότι το Μη με λησμόνει είναι βαθιά πολιτικό. Αντιστέκεται στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν την άνοια αποκλειστικά ως «διαχείριση περιστατικού». Οι σκηνές στο ίδρυμα φροντίδας είναι αποκαλυπτικές: οι επαγγελματίες μιλούν για «κλινική τροχιά», για «αναγκαία μέτρα», για «πρωτόκολλα», ενώ η Κλεμάνς επιμένει να βλέπει ακόμα άνθρωπο εκεί όπου το σύστημα βλέπει ασθενή. Η εξέγερσή της — νεανική, συναισθηματική, παράλογη— είναι μια εξέγερση ενάντια στην αποπροσωποποίηση. Βέβαια, δεν σώζει τη γιαγιά της, σώζει όμως την ιδέα ότι η φροντίδα δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τεχνοκρατική.
Σε αυτό το σημείο το Μη με λησμόνει συνομιλεί ουσιαστικά με τις συζητήσεις της graphic medicine: πώς αναπαριστούμε την ασθένεια χωρίς να εξαφανίζουμε το υποκείμενο; Πώς αφηγούμαστε τη νευροεκφυλιστική φθορά χωρίς να αφαιρούμε την αξιοπρέπεια; Η Garin επιλέγει μια αισθητική τρυφερότητας και όχι σοκ. Και ακριβώς γι’ αυτό το έργο της γίνεται τόσο συντριπτικά ενδιαφέρον και δραματικά επίκαιρο, μια και οι νευροεκφυλιστικές αρρώστιες θα αποτελέσουν ένα πολύ σημαντικό πεδίο έρευνας και μελέτης για τις ανεπτυγμένες κοινωνίες του 21ου αιώνα.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η κινηματογραφική λογική πολλών σκηνών. Η Garin χρησιμοποιεί συχνά τεχνικές που θυμίζουν montage ή flashback cinema. Σε μια από τις πιο όμορφες στιγμές του βιβλίου, η εγγονή «βλέπει» τον εαυτό της ως παιδί μαζί με τη γιαγιά της μέσα από διαφορετική χρωματική παλέτα και διαφορετική οπτική υφή. Πρόκειται για έναν εικονογραφικό εγκιβωτισμό της μνήμης: μια εικόνα μέσα στην εικόνα, ένας παρελθοντικός χρόνος που εισβάλλει στο παρόν. Η σελίδα λειτουργεί σχεδόν σαν κινηματογραφικό dissolve, όπου δύο χρονικά επίπεδα συνυπάρχουν στιγμιαία. Η μνήμη γίνεται οπτική υπέρθεση.
Αυτό που καθιστά το Μη με λησμόνει τόσο σημαντικό δεν είναι μόνο η θεματική του, αλλά η βαθιά επίγνωση των δυνατοτήτων της ίδιας της φόρμας των comics. Η Garin κατανοεί ότι η σελίδα μπορεί να γίνει μηχανισμός ενσυναίσθησης. Οι σιωπές, τα κενά, οι επαναλήψεις, οι αργοί ρυθμοί, τα μεγάλα panels με ελάχιστη δράση επιτρέπουν στον αναγνώστη να βιώσει όχι απλώς να πληροφορηθεί την αποσύνθεση της μνήμης, αλλά να μετατρέψει το graphic novel σε χώρο εμπειρίας.
Σε μια εποχή όπου οι αφηγήσεις γύρω από το Αλτσχάιμερ συχνά παγιδεύονται είτε στη συναισθηματική εκμετάλλευση είτε στην κλινική ψυχρότητα, το έργο της Alix Garin επιτυγχάνει κάτι σπάνιο: να παραμείνει βαθιά ανθρώπινο. Να μιλήσει για την απώλεια χωρίς να ακυρώσει τη σχέση. Να δείξει τη λήθη χωρίς να εξαφανίσει το πρόσωπο. Και τελικά να μας υπενθυμίσει ότι ακόμη και όταν οι λέξεις, τα ονόματα και οι χρόνοι σβήνουν, κάτι παραμένει πεισματικά ζωντανό: η ανάγκη να κρατήσουμε τον αγαπημένο και την αγαπημένη μας κοντά μας, για λίγο ακόμη, έστω ως παρουσία, πριν τους χάσουμε για πάντα.
Αναφορές
Chute, Hilary. Graphic Women: Life Narrative and Contemporary Comics. Columbia UP, 2010.
Cohn, Neil. The Visual Language of Comics. Bloomsbury, 2013.
Czerwiec, M. K. et al. Graphic Medicine Manifesto. Pennsylvania State UP, 2015.
Garin, Alix. Μη με λησμόνει (Τ. Ραπακούλια, Μετ.). Μικρός Ήρως.
Groensteen, Thierry. The System of Comics. UP of Mississippi, 2007.
Williams, Ian. “Graphic Medicine: Comics as Medical Narrative.” Medical Humanities, vol. 38, no. 1, 2012, pp. 21–27.
Σημείωση
Το «μη με λησμόνει» είναι μικρό αγριολούλουδο του γένους Myosotis (στα αγγλικά forget-me-not), με χαρακτηριστικά μικρά γαλάζια άνθη και κίτρινο κέντρο. Παραδοσιακά, συνδέεται συμβολικά με τη μνήμη, την αγάπη, την πίστη και την επιθυμία να μη χαθεί κάποιος από τη μνήμη του άλλου.
*Ο Δημήτρης Γουλής είναι επίκουρος καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, ΑΠΘ
Πηγή: oanagnostis.gr
