Ετοιμαστείτε για ένα εντελώς Supermammas’ ξέφρενο ξεδίπλωμα ειρμού σκέψεων και συναισθημάτων…

Τον βλέπω ακόμα να ενώνει τις παλάμες του, να κουνάει ρυθμικά τους αντίχειρες του και να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μου μια αυτοσχέδια , χειροποίητη χελώνα. Τόσο ζωντανή ήταν η αναπαράστασή της κάθε φορά, που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω στη σφαίρα της φαντασίας μου ή και του πραγματικού μου κόσμου, αν ήταν τα χέρια του εκείνα που σχημάτιζαν τη χελώνα ή η ίδια χελώνα που κινούσε αργά και ρυθμικά τα ποδαράκια της σαν δυο ανθρώπινους αντίχειρες! Ήταν το δικό μας, μυστικό παιχνίδι. Και πάντα, με εκείνη την ήρεμη φωνή του, μου ψιθύριζε: «Qui va piano, va lontano». Όποιος πάει σιγά, πάει μακριά. Μια παραλλαγή, του κλασικού ελληνικού ρητού: «αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι» ή και του αντίστροφου σοφού: «όποιος βιάζεται, σκοντάφτει».

Σήμερα, ο κόσμος αποκαλεί αυτή τη φιλοσοφία “slow living”. Για τον παππού μου, όμως, δεν ήταν trend· ήταν ο μόνος αυθεντικός τρόπος να ζεις, να είσαι παρών, να “ρουφάς” κάθε στιγμή!

Ο παππούς μου υπήρξε πρωτοπόρος του slow living, όπως σας προανέφερα, πριν καν εφευρεθεί ο όρος. Σε μια εποχή που όλοι κυνηγούσαν την κοινωνική καταξίωση και το χρήμα (όχι ότι τώρα έχει αλλάξει κατά πολύ αυτή η “αξία”)… εκείνος επέλεξε να ζει με νόημα, παίρνοντας μια απόφαση που για πολλούς φάνταζε εντελώς παράλογη: άφησε μια επικερδή επιχείρηση στην Αθήνα, μετακόμισε στα προάστια —όπου έχτισε το σπίτι, στο οποίο είχα την τύχη (;) να μεγαλώσω— αγόρασε ένα επαγγελματικό καΐκι και έγινε ψαράς! Λίγο αργότερα, “χρίστηκε” και Πρόεδρος της Κοινότητας των ψαράδων της περιοχής (τόσο πολύ “γούσταρε” το επάγγελμα αυτό)…

Επέλεξε την ελευθερία της θάλασσας από τη “φυλακή” και την πίεση της καθημερινότητας. Ήταν ευτυχισμένος με τα απλά, γιατί κατάλαβε νωρίς πως η ευτυχία κρύβεται στην αποσυμπίεση, στη φύση και στην αδιαφορία για την κριτική και τα αρνητικά κοινωνικά σχόλια.

Ακόμα και η σχέση του με τη γιαγιά μου, είχε αυτή την όμορφη ελευθερία που αναζητούν τα σύγχρονα ζευγάρια: Σεβάστηκε απόλυτα την επιθυμία της να μένει εκείνη τις καθημερινές στην Αθήνα με τον θείο μου και να βρίσκονται τα Σαββατοκύριακα. Αν και η ίδια δεν συμμεριζόταν και πολύ (έως καθόλου) τον ενθουσιασμό του για τη νέα του ζωή, τα παιδιά τους είχαν πια μεγαλώσει και ο παππούς ήξερε ότι ο σεβασμός στην ελευθερία του άλλου είναι η ύστατη μορφή Αγάπης! (προσωπική μου εκτίμηση είναι πως κατά βάθος ήθελε να βρίσκεται κοντά στη μητέρα μου, η οποία μικροπαντρεύτηκε)…

Συχνά ακούμε γύρω μας: «Τυχερός αυτός, του έκατσε καλά» ή «Δική του επιλογή ήταν, ας το λουστεί τώρα». Τι από τα δύο ισχύει τελικά;

Για μένα, πάνω και πίσω από όλα, κρύβεται η πραγματική επιθυμία. Μπορεί να επιλέξουμε κάτι συνειδητά και τελικά να αποτύχει, όχι επειδή σταθήκαμε άτυχοι, αλλά επειδή η βαθύτερη, υποσυνείδητη επιθυμία μας ήταν άλλη , η οποία σαμποτάρισε την υποτιθέμενη… Η πραγματική θέληση δεν είναι αυτή που δηλώνουμε στους άλλους, αλλά αυτή που ψιθυρίζουμε στον εαυτό μας όταν είμαστε μόνοι. Τίποτα δεν ευδοκιμεί αν δεν το πιστεύεις βαθιά, μέχρι το τελευταίο σου κύτταρο.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον γάμο. Αν ένας γάμος οδηγηθεί στο διαζύγιο, αρκετοί το ρίχνουν στην «κακή τύχη» ή στον «λάθος άνθρωπο». Η δική μου θέση και άποψη είναι διαφορετική: Ίσως, κατά βάθος, ήμασταν περισσότερο ερωτευμένοι με την ιδέα του γάμου (το ρομαντικό ξεκίνημα, την προσδοκία της ευτυχίας, η απόκτηση παιδιών) ή και με το πρόσωπο που μας γοήτευσε, παρά με τον ίδιο τον Θεσμό και ακόμη λιγότερο με τον Δεσμό.

Γιατί ο Θεσμός της οικογένειας δεν είναι ένα στερεοτυπικό, κοινωνικό καλούπι, όπως πολλοί πιστεύουν και υποστηρίζουν. Είναι μια αρχή, μια σταθερά, μια απαραίτητη βάση στη ζωή κάθε ανθρώπου. Χωρίς αυτή την ηθική εσωτερική πυξίδα, ο άνθρωπος κινδυνεύει να μείνει μετέωρος, δυστυχής και έρμαιο των παθών του, να άγεται και να φέρεται από αυτά —απέχοντας μάλιστα, παρασάγγας και από τις πραγματικές του επιθυμίες, από τις οποίες, τείνουμε να απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο (ζώντας με “δανεικές” ) , με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που απομακρυνόμαστε και από το ένστικτό μας.

Εδώ, θα ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση επεξηγώντας την παραπάνω παράγραφο: Εάν ο γάμος και η οικογένεια ληφθούν ως μια κοινωνική συνθήκη, τότε αυτό ενέχει μια μεγάλη παγίδα: Στην προσπάθειά μας να εναρμονιστούμε με το σύνολο, απομακρυνόμαστε σταδιακά από το ένστικτο — αυτόν τον έμφυτο, εσωτερικό μας οδηγό που είναι προγραμματισμένος να προστατεύει την αυθεντικότητά μας. Χάνοντας την επαφή με το ένστικτο, αποξενωνόμαστε αναπόφευκτα και από τις πραγματικές μας επιθυμίες, αντικαθιστώντας τες με τις κατασκευασμένες προσδοκίες των πολλών.

Εδώ ακριβώς θα προσθέσω την αξία της μοναχικότητας, ως όρο εσωτερικής ανέλιξης. Η συνειδητή απομόνωση δεν αποτελεί φυγή, αλλά μια αναγκαία επιστροφή στο “κέντρο” μας. Όπως σοφά παρατηρούσε ο Νίτσε, εκείνος που μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον κόσμο, την οικογένεια και την απομόνωση είναι ο πραγματικός φιλόσοφος της ζωής. Η κατάκτηση αυτής της ισορροπίας μάς επιτρέπει να ζούμε ανάμεσα στους ανθρώπους, κρατώντας όμως πάντα ξεκλείδωτο εκείνο το “πίσω δωμάτιο” του μυαλού για το οποίο μιλούσε ο Γάλλος φιλόσοφος της Αναγέννησης , Μονταίν· έναν χώρο όπου ο θόρυβος του κόσμου σωπαίνει, το ένστικτο αφυπνίζεται ξανά και οι αληθινές μας επιθυμίες έρχονται επιτέλους στο φως.

Εδώ θα κολλήσω τον στίχο από το τραγούδι του αγαπημένου μου Μίλτου Πασχαλίδη “Πηνελόπη” : Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι κι όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη

Ακούμε συνεχώς, τσιτάτα τύπου “κάνε αυτό θες”, “μην ακούς κανέναν”, “ζήσε τη ζωή σου” ή και στον αντίποδα: “μην διαλύσεις το σπίτι σου”, “σκέψου τα παιδιά σου”, όμως, συχνά, τα παρερμηνεύουμε όλα, κάνοντας τα αχταρμά στο κεφάλι μας και στη συνείδησή μας, ξεχνώντας δυο τινα: πως από τη μια, δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτή τη ζωή… η ευτυχία μας εξαρτάται από την ευτυχία του άλλου και η πραγματική ελευθερία μας σταματά εκεί που ξεκινά η ελευθερία του άλλου (φράση που αποδίδεται ιστορικά στον Άγγλο φιλόσοφο Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill), όμως, η βασική της ιδέα αποτυπώθηκε για πρώτη φορά επίσημα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη κατά τη Γαλλική Επανάσταση (1789)… και από την άλλη, πως ο γάμος για να αντέξει δεν απαιτεί θυσίες, αλλά αμοιβαία Αγάπη!

Με τα χρόνια, κι έπειτα από πολλές ενδοσκοπήσεις, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο Δεσμός είναι ίσως η μόνη καθημερινή, ζωντανή πράξη που καλείται να υπηρετήσει τη σταθερά του Θεσμού της οικογένειας. Ένας δεσμός τόσο απέναντι στον εαυτό μας, όσο και απέναντι στους άλλους.

Αυτό ισχύει ιδίως όταν υπάρχουν παιδιά, καθώς τότε τα προσωπικά μας “θέλω” πρέπει να φιλτράρονται διπλά και τρίδιπλα. Όταν η σπίθα σβήνει και η επιθυμία για τον σύντροφο χάνεται, αναδύεται το αιώνιο δίλημμα: χωρισμός ή παραμονή για χάρη των παιδιών;

Όμως, η “θυσία” μιας δυστυχισμένης συμβίωσης απλώς δηλητηριάζει τις παιδικές ψυχές και τα απομακρύνει από το αληθινό συναίσθημα της αγάπης και την πραγματική ουσία του οικογενειακού θεσμού. Ο γάμος απαιτεί πίστη και θέληση. Αν αυτά τα δύο στερέψουν, δύο ευτυχισμένοι γονείς σε χωριστά σπίτια είναι απείρως προτιμότεροι από δύο δυστυχισμένους και “φυλακισμένους” γονείς κάτω από την ίδια στέγη.

Ακόμη κι αν ο γάμος ως συντροφικός δεσμός ολοκληρώσει τον κύκλο του, η οικογένεια παραμένει ένας άρρηκτος δεσμός, τον οποίο όλοι οι γονείς οφείλουν να τηρούν πιστά, ανεξάρτητα από το αν χωρίζουν ως ζευγάρι ή όχι. Ο θεσμός αυτός και η ευθύνη του γονέα δεν τελειώνουν ποτέ. Πόσο μάλλον η πρωταρχική δέσμευση απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί, ο χωρισμός είναι Δικαίωμα, αλλά η προστασία των παιδιών Υποχρέωση .

Την βαθιά ανάγκη μου για ρίζες και αξίες τη φέρω μέσα μου ως κληρονομιά. Ο παππούς μου με έμαθε να κυνηγώ τα όνειρά μου, αλλά κυρίως με δίδαξε την πίστη. Πίστη στον εαυτό μου, στον Θεό, στην οικογένεια.

Τα τελευταία του λόγια προς εμένα συμπυκνώθηκαν σε μια λέξη, μια ιερή παρακαταθήκη: «Η οικογένεια. Σαν την οικογένεια τίποτα». Και πάντοτε, μα πάντοτε (το λέω -για την ακρίβεια το γράφω- και δακρύζω) όταν βρίσκομαι σε προσωπικό , επαγγελματικό ή οικογενειακό αδιέξοδο , εκείνος με επισκέπτεται στα όνειρά μου. Δηλώνει την παρουσία, την αγάπη και την προστασία του σαν φύλακας-άγγελος, είτε με λόγια τρυφερά είτε κρατώντας και δίνοντάς μου ένα χρυσό κλειδί, με το οποίο με προτρέπει να ανοίξω μια καινούρια πόρτα. Εκεί μέσα κρύβεται η “χρυσή” λύση, την οποία ψάχνοντας αργά, αλλά σταθερά, στο τέλος, μου αποκαλύπτεται πάντα!

Και η δική σου ΛΎΣΗ είναι σίγουρο πως θα βρεθεί, αρκεί να έχεις Πίστη και Θέληση! Ακόμη όμως, κι αν νιώθεις αυτή τη στιγμή, πως η πίστη σου σε έχει εγκαταλείψει, θα τη βρεις πάλι, ψάχνοντας στην προσωπική σου δέσμευση (πλάι στην πραγματική σου θέληση)!! Της ψυχής σου…

Υ.Γ. Παππού μου,

Σ’ αγαπώ γιατί ήσουν, είσαι και θα είσαι ένας υπέροχος, ξεχωριστός άνθρωπος και ο ιδανικός παππούς! Ο Φίφης μου!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *