Και ως μαμά και ως εργαζόμενη γυναίκα, αλλά και ως άνθρωπος που η λέξη «φροντίδα» ορίζει την καθημερινότητά του, βγήκα από την αίθουσα φορτισμένη, συγκινημένη, προβληματισμένη, με κάποιες απαντήσεις , αλλά και με πολλές καίριες δημιουργικές απορίες…Και ήξερα αμέσως ότι αυτό πρέπει να το συζητήσουμε εδώ, στη δική μας γωνιά, στο μπλογκάκι μας!

Εννοείται πως θα ξεκινήσουμε από τα δικά μας, τη γονεϊκότητα. Από τη μέρα που γινόμαστε μητέρες και σχεδόν αυτομάτως και αδιαλείπτως, αναλαμβάνουμε ένα αόρατο, ισόβιο συμβόλαιο φροντίδας. Καθαρίζουμε, πλένουμε, μαγειρεύουμε, παρηγορούμε, οργανώνουμε προγράμματα, ενώ παράλληλα δουλεύουμε, φροντίζουμε, θυσιάζουμε τον ύπνο και τις ανάγκες μας. Και ποιος φροντίζει εμάς;

Στα social media η εικόνα της μητρότητας είναι συχνά πασπαλισμένη με πολλή χρυσόσκονη, η οποία υπερκαλύπτει την αληθινή σκόνη, εμάς… Όταν, λοιπόν, εμείς παθαίνουμε burnout –αυτή την εξαντλητική, σωματική και πνευματική κούραση, ειδικά όταν προσπαθούμε να ισορροπήσουμε με τη δουλειά μας– νιώθουμε τύψεις. Νιώθουμε αποτυχημένες.

Ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Λύο Καλοβρυνάς, η κοινωνική αναλύτρια από το Κέντρο Διοτίμα Άννα Βουγιούκα η δημοσιογράφος Αναστασία Γιάμαλη , η δημοσιογράφος και μητέρα Μαριλέλλα Αντωνοπούλου, επαγγελματίες φροντιστές και ακτιβιστές εξηγούν στο ντοκιμαντέρ πως το burnout δεν είναι ντροπή, αλλά η απόλυτα φυσική κατάληξη μιας εξοντωτικής καθημερινότητας χωρίς υποστήριξη. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να παραθέσω και να υπερθεματίσω πως η μητρότητα είναι μια υπέροχη επιλογή, αλλά δεν παύει να είναι καθαρά επιλογή. Δεν είναι ο μοναδικός προορισμός κάθε γυναίκας, ούτε θα έπρεπε να λαμβάνεται ως ο απόλυτος και δεδομένος κοινωνικός ρόλος.

Στο ντοκιμαντέρ «Χωρίς Ρεπό», οι συντελεστές και συμμετέχοντες τοποθετούνται ως εξής:

Ο Λύο Καλοβρυνάς (Ψυχοθεραπευτής), προσεγγίζει το θέμα από την ψυχολογική και κοινωνική του διάσταση. Αναλύει πώς τα έμφυλα στερεότυπα και οι πατριαρχικές δομές εγκλωβίζουν τόσο τις γυναίκες (στο ρόλο της αιώνιας φροντίστριας) όσο και τους άνδρες, εμποδίζοντας τους τελευταίους να αναπτύξουν συναισθηματική εγγύτητα ή να αναλάβουν ενεργά ρόλους φροντίδας.

Η Μαριλέλλα Αντωνοπούλου (Δημοσιογράφος “Ladylike.gr”/ Μητέρα) και η Αγγελική Μαρίνου (ηθοποιός – μητέρα, δίνουν τη βιωματική πλευρά της σύγχρονης μητρότητας. Μιλούν για το τεράστιο ψυχικό και σωματικό φορτίο που επωμίζεται μια εργαζόμενη μητέρα στην καθημερινότητα της, την έλλειψη προσωπικού χρόνου και την κοινωνική πίεση να είναι «τέλεια» σε όλα, χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.

Αγγελική Μαρίνου

Η Αναστασία Γιάμαλη (Δημοσιογράφος), είναι το πρόσωπο που ενώνει όλα τα κομμάτια του παζλ. Μέσα από την αφήγησή της, δίνει τον ρυθμό, συνδέει τις προσωπικές μαρτυρίες με τα κοινωνικά δεδομένα και αναδεικνύει το κεντρικό μήνυμα της ταινίας: ότι η φροντίδα είναι Δικαίωμα και όχι «φυσικό» γυναικείο καθήκον.

Η Άννα Βουγιούκα (Κοινωνική ερευνήτρια / Κέντρο Διοτίμα), παρέχει την επιστημονική και τεκμηριωμένη βάση, παρουσιάζοντας τα στοιχεία των ερευνών για το έμφυλο χάσμα και εξηγώντας πώς η ελληνική κοινωνία και η οικονομία βασίζονται στην απλήρωτη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ παράλληλα τονίζει την ανάγκη για κρατικές/θεσμικές δομές υποστήριξης.

Η Σόνια Ντόβα (Συντονίστρια DISC, Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση TENet-Gr, Χορογράφος & Εμψυχώτρια σωματικών πρακτικών), τονίζει τη σημασία του να αλλάξει η αφήγηση στα μέσα, ώστε να δούμε επιτέλους τη φροντίδα ως συλλογική κοινωνική ευθύνη.

Σόνια Ντόβα

Το ντοκιμαντέρ έστρεψε τον προβολέα και σε σημεία που η κοινωνία μας επιμένει να αγνοεί. Προσωπικά, με άγγιξε η αναφορά στην τρίτη ηλικία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Η Δήμητρα Κυρίλλου, η οποία είναι πολιτικός μηχανικός και ενεργό μέλος των Proud Seniors Greece, της ομάδας υποστήριξης για ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ηλικίας 50 άνω, εισφέρει στο ντοκιμαντέρ τη δική της οπτική γύρω από τις ανάγκες φροντίδας, την ορατότητα και τις ιδιαίτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι queer άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν, που θα έπρεπε να μας προβληματίσουν και να μας ευαισθητοποιήσουν όλους.

Άνθρωποι που έζησαν τη ζωή τους αντιμετωπίζοντας την απόρριψη από τους ίδιους τους τους γονείς. Γονείς που όχι μόνο δεν τους αποδέχτηκαν, αλλά τους έδιωξαν από το σπίτι, σπρώχνοντάς τους κυριολεκτικά και μεταφορικά στον δρόμο. Άνθρωποι, που στην καλύτερη, τους ζητήθηκε από την οικογένεια τους να καταπιέσουν αυτό που είναι, αυτό που είτε δεν μπορούν είτε δεν θέλουν να αλλάξουν, για να τους δεχτούν πίσω.

Αυτή η αρχική εγκατάλειψη από την οικογένεια, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη εξειδικευμένων κοινωνικών δομών, οδηγεί αυτούς τους ανθρώπους στην απόλυτη μοναξιά. Πολλοί από αυτούς φεύγουν μόνοι, επιδιώκοντάς το ή θέλοντας να βάλουν τέλος στη ζωή τους, σε ένα περιβάλλον που τους γύρισε την πλάτη. Η ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και η απόρριψη του παιδιού σου είναι η μεγαλύτερη ήττα για έναν γονιό.

Το ντοκιμαντέρ άνοιξε και δύο ζητήματα, στα οποία η δική μου ματιά είναι πιο σφαιρική και θα ήθελα πολύ θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Το πρώτο αφορά τις γυναίκες μετανάστριες που έρχονται στην Ελλάδα, καθαρίζουν σπίτια και φροντίζουν ηλικιωμένους, δίνοντας έτσι χώρο στις Ελληνίδες να εργαστούν σε άλλους τομείς. Κάποιοι ίσως αναρωτηθούν: «Πού είναι το κακό; Δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνεται αυτή η συνθήκη ως “νίκη”, από τη στιγμή που δίνεται έστω αυτή η δυνατότητα για εργασία; Δεν αποτελεί έστω μια κάποια αμοιβαία λύση;». Όμως, το ζητούμενο δεν είναι η εργασία αυτή καθαυτή, αλλά οι συνθήκες της (η υποαμειβόμενη, συχνά ανασφάλιστη εργασία) και το γεγονός ότι το κράτος «επαναπαύεται» σε αυτές τις γυναίκες για να μην δημιουργήσει δημόσιες δομές φροντίδας. Επιπλέον, αυτές οι γυναίκες αφήνουν πίσω τα δικά τους παιδιά για να μεγαλώσουν στην ουσία τα δικά μας. Είναι ένας φαύλος κύκλος, με μόνιμο και τελικό δέκτη σε κάθε περίπτωση , τη γυναίκα – φροντίστρια.

Το δεύτερο σημείο είναι το θέμα της Βιολογίας. Στο ντοκιμαντέρ, ο Λύο Καλοβρυνάς υπογράμμισε ότι «η φροντίδα δεν πρέπει να θηλυκοποιείται, καθώς είναι ανθρώπινη ανάγκη». Και έχει δίκιο… Αρχικά, αν κοιτάξουμε τη φύση μας, το DNA και τη βιολογική εξέλιξη, βλέπουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές αφετηρίες.

Στη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τα έμφυλα στερεότυπα, συχνά συγκρούονται δύο αντίθετες σχολές σκέψης. Από τη μία πλευρά, η κοινωνιολογία υποστηρίζει ότι οι ρόλοι των φύλων είναι αποκλειστικά κοινωνικά κατασκευάσματα. Από την άλλη, η βιολογία υπενθυμίζει ότι το DNA και οι ορμόνες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συμπεριφορά μας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, βρίσκεται στη δυναμική τομή αυτών των δύο κόσμων: η βιολογία παρέχει το υπόβαθρο, αλλά το κοινωνικό περιβάλλον γράφει το σενάριο.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι οι ορμόνες επηρεάζουν τις κλίσεις και τις αντιδράσεις μας από την εμβρυϊκή ακόμα ηλικία. Η τεστοστερόνη, η οποία εμφανίζεται σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα στα αγόρια, συνδέεται άμεσα με την ανάγκη για σωματική δράση, την εξερεύνηση του χώρου και την ανταγωνιστικότητα. Αντίστοιχα, τα οιστρογόνα και η οξυτοκίνη —η ορμόνη του «δεσμού»— προδιαθέτουν τα κορίτσια προς την κοινωνική δικτύωση, την ενσυναίσθηση και τη λεκτική επικοινωνία. Ο παράγοντας του DNA είναι υπαρκτός και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ωστόσο, η μετάφραση αυτών των βιολογικών τάσεων σε αυστηρά κοινωνικά στερεότυπα, όπως το παραδοσιακό πρότυπο για το «κορίτσι για σπίτι», αποτελεί λογικό άλμα που η σύγχρονη νευροβιολογία απορρίπτει. Οι ορμονικές διαφορές αφορούν μέσους όρους πληθυσμών και παρουσιάζουν τεράστια επικάλυψη· υπάρχουν γυναίκες με υψηλότερη τεστοστερόνη από πολλούς άνδρες, και άνδρες με υψηλή ευαισθησία στην οξυτοκίνη.

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της σύγχρονης επιστήμης είναι η νευροπλαστικότητα: ο εγκέφαλός μας δεν είναι στατικός, αλλά διαμορφώνεται από τις εμπειρίες μας. Η σχέση βιολογίας και συμπεριφοράς είναι αμφίδρομη. Μελέτες δείχνουν ότι όταν μια γυναίκα αναλαμβάνει ρόλους ισχύος, ηγεσίας ή έντονου ανταγωνισμού, τα επίπεδα της τεστοστερόνης της αυξάνονται για να υποστηρίξουν αυτή τη δράση. Το περιβάλλον και οι απαιτήσεις της ζωής αλλάζουν την ίδια τη χημεία του σώματος.

Επιπλέον, οι ίδιες οι «θηλυκές» βιολογικές τάσεις επαναπροσδιορίζονται στο σύγχρονο κόσμο:

Εν κατακλείδι, η φύση (nature) και η ανατροφή (nurture) βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία και συνεργασία. Το DNA μάς δίνει τις γενικές προδιαθέσεις, αλλά το πώς θα εκφραστούν αυτές οι προδιάθεσεις εξαρτάται από τις επιλογές μας και την κουλτούρα της εποχής μας. Η επιστήμη δεν δικαιολογεί τον περιορισμό κανενός ανθρώπου σε παρωχημένα καλούπια, αλλά αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης.

Εξάλλου, η σύγχρονη Νευροεπιστήμη μιλά για τον «μωσαϊκό εγκέφαλο». Οι έρευνες δείχνουν ότι δεν υπάρχουν αμιγώς ανδρικοί ή γυναικείοι εγκέφαλοι, αλλά ένας κοινός χάρτης ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Κάθε άτομο διαθέτει ένα μοναδικό, προσωπικό μείγμα από «αρσενικά» και «θηλυκά» νευρωνικά χαρακτηριστικά, δημιουργώντας ένα μοναδικό μωσαϊκό.

Σε αυτό το μωσαϊκό, η σχέση βιολογίας και συμπεριφοράς είναι αμφίδρομη λόγω της νευροπλαστικότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν είναι στατικός. Μελέτες δείχνουν ότι όταν μια γυναίκα αναλαμβάνει ρόλους ισχύος, ηγεσίας ή έντονου ανταγωνισμού, τα επίπεδα της τεστοστερόνης της αυξάνονται για να υποστηρίξουν αυτή τη δράση. Το περιβάλλον και οι απαιτήσεις της ζωής αλλάζουν την ίδια τη χημεία του σώματος.

Για τη θηλυκή φύση του άντρα και της αρσενική της γυναίκας , έχω κάνει αναφορά σε παλαιότερο άρθρο μου, με τίτλο: “Η μάχη των φύλων”.

Η βιολογική προδιάθεση, λοιπόν, σχετίζεται με τον άνθρωπο καθαρά ως μονάδα. Το λάθος της κοινωνίας δεν είναι η φύση, αλλά οι ταμπέλες που εμποδίζουν το αβίαστο ξεδίπλωμά της. Αν ένα αγόρι θέλει να παίξει με κούκλα ή ένα κορίτσι με αυτοκίνητα συχνά, μια, δυο, εκατό φορές, καμία ή συνέχεια (έστω και αν η φύση, η πλειοψηφία, η μιμητική συμπεριφορά ή τα έμφυλα στερεότυπα “επιτάσσουν” το αντίθετο), είναι “έγκλημα” οι γονείς να το σταματήσουν.

Ένας άντρας μπορεί να φροντίσει τη γυναίκα του όχι μαγειρεύοντας κάθε μέρα (γιατί μπορεί να μην έχει μάθει, να μην ξέρει , να μην του αρέσει ή να μην θέλει να μάθει να μαγειρεύει), αλλά φέρνοντας λουλούδια (λέμε τώρα, αν και κάποιοι -σε ένα παράλληλο σύμπαν- το κάνουν) ή πληρώνοντας τους λογαριασμούς του σπιτιού, φτιάχνοντας τα υδραυλικά, τα ηλεκτρολογικά ή το καλοριφέρ. Γιατί, λοιπόν, να μην αντιστρέψουμε τους όρους; Γιατί να μην πούμε στη γυναίκα να φέρει λουλούδια ή μονόπετρο στον άντρα, να αλλάξει εκείνη τις λάμπες ή να δουλέψει στην οικοδομή αντί για καθαρίστρια; Δεν σας κρύβω πως χαίρομαι ιδιαιτέρως όταν βλέπω γυναίκες να δουλεύουν ντελίβερι ή να οδηγούν φορτηγά.και άντρες να χορεύουν latin ή Flamengo . Αφού αυτό γουστάρουν και αυτό νιώθουν ότι ταιριάζει με τη δική τους φύση και ιδιοσυγκρασία και δεν φοβούνται να το καταπιέσουν, προκειμένου να ταιριάξουν στα κοινωνικά καλούπια…

Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε όλοι ίδιοι, αλλά ίσοι: να αναγνωρίσουμε τη φροντίδα σε όποια “γλώσσα” κι αν εκφράζεται, αρκεί να εκφράζεται και να υπάρχει μέσα της με κεφαλαία γράμματα η λέξη ΣΕΒΑΣΜΟΣ. Χωρίς ταμπέλες, χωρίς να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τη φύση, την ιδιοσυγκρασία ή ακόμη και το βίωμα του συντρόφου μας, αλλά συμπληρώνοντας τα κομμάτια του παζλ που λείπουν , ώστε να λειτουργήσει ολοκληρωμένα η σχέση.

Τραγικό και ανεπανόρθωτο λάθος είναι όταν η κοινωνία απαγορεύει -με τα στερεότυπά της- στον άντρα να αναπτύξει εντελώς τη στοργική του πλευρά: Στο ντοκιμαντέρ αναφέρθηκαν έρευνες για ηλικιωμένους άντρες που, όταν καλούνται μόνοι να φροντίσουν την άρρωστη σύντροφό τους χωρίς καμία υποστήριξη, παθαίνουν τέτοιο burnout , το λεγόμενο “Caregiver Stress Syndrome” που φτάνουν στο έγκλημα και την αυτοκτονία από απόγνωση . Η κοινωνική απομόνωση, δεδομένου ότι οι ηλικιωμένοι άντρες τείνουν να ζητούν βοήθεια πολύ πιο δύσκολα από τις γυναίκες λόγω κοινωνικών στερεοτύπων, με αποτέλεσμα να μην μοιράζονται το βάρος και να αποκόπτονται πλήρως από τον έξω κόσμο , σε συνδυασμό με την έλλειψη πρότερης εμπειρίας, καθώς πολλοί άντρες αυτής της γενιάς που δεν είχαν μάθει ποτέ να διαχειρίζονται μόνοι τους το νοικοκυριό (μαγείρεμα, καθαριότητα) ή να παρέχουν σωματική φροντίδα (μπάνιο, φάρμακα, πάνες), όταν καλούνται να τα κάνουν όλα μαζί ξαφνικά, παθαίνουν γνωστική και σωματική υπερφόρτωση.

Η φροντίδα είναι ανάγκη όλων μας

Όλα ξεκινούν από την οικογένεια, αλλά και από την σωστή εκπαίδευση. Προσωπικά, βρήκα εξαιρετικά ελπιδοφόρα τη δράση «CAREFULL», μια διαδραστική θεατρική παράσταση για εφήβους που ανεβάζει το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση σε συνεργασία με το Κέντρο Διοτίμα. Μέσα από το θέατρο, τα παιδιά γίνονται μέρος της ιστορίας και συζητούν για το έμφυλο χάσμα στη φροντίδα. Έτσι σπάνε οι ταμπέλες: μέσα από το βίωμα στις νέες γενιές και τον ανοιχτό διάλογο για μια κοινωνία, γεμάτη σεβασμό, φροντίδα και αυτοφροντίδα!

Το «Χωρίς Ρεπό» είναι ένα ντοκιμαντέρ που μας θυμίζει ότι η φροντίδα είναι το γρανάζι που κρατά τον κόσμο ζωντανό. Αλλά για να μείνει αυτό το γρανάζι όρθιο, πρέπει να αγκαλιάσουμε τόσο την αρσενική όσο και τη θηλυκή μας πλευρά, με σεβασμό στη φύση και απόλυτα απαλλαγμένοι από κοινωνικά καλούπια.

To ντοκιμαντέρ υλοποιήθηκε πλαίσιο του έργου «DISC – Θεατροπαιδαγωγικές παρεμβάσεις για τα έμφυλα στερεότυπα και το ισότιμο μοίρασμα της φροντίδας», με φορείς υλοποίησης το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση TENet-Gr και το Κέντρο ΔΙΟΤΙΜΑ, στο πλαίσιο του Προγράμματος CERV-2024-GE, με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Πηγές για την επιστημονική ανάλυση του “μωσαϊκού εγκεφάλου” (Νευροεπιστήμη):

  • Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την έρευνα της Daphna Joel και της ομάδας της στο επίσημο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) (αρχική μελέτη 2015)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *